Ειρήνη

Ειρήνη

Πηγή: taxheaven

 

Αθήνα, 7 Απριλίου 2020

ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΛΟΓΙΣΤΙΚΗΣ ΤΥΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΩΝ

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ 11/2020

Έκδοση οδηγίας για τη μέγιστη διάρκεια της ανάθεσης του ελέγχου

Η Επιτροπή Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων (ΕΛΤΕ), στο πλαίσιο άσκησης των αρμοδιοτήτων της και λαμβάνοντας υπόψη το άρθρο 5 του ν.3148/2003 όπως ισχύει, τα άρθρα 17 και 41 του Κανονισμού ΕΕ 537/2014 και το άρθρο 52 του ν.4449/2017, τα οποία περιέχουν τις διατάξεις αναφορικά με τη μέγιστη διάρκεια της ανάθεσης του υποχρεωτικού ελέγχου των οντοτήτων δημοσίου συμφέροντος, εκδίδει την παρούσα οδηγία.

Η οδηγία απευθύνεται σε ορκωτούς ελεγκτές λογιστές και ελεγκτικές εταιρείες, επιτροπές ελέγχου, όργανα εποπτείας, επαγγελματικούς φορείς, οντότητες δημοσίου συμφέροντος και άλλους ενδιαφερόμενους φορείς.

Στην οδηγία, παρέχονται μεταξύ άλλων, παραδείγματα για τον υπολογισμό της μέγιστης διάρκειας (maximum duration) της ανάθεσης ελέγχου, της εναλλαγής (rotation) των ορκωτών ελεγκτών λογιστών και των ελεγκτικών εταιρειών καθώς και της περιόδου κατά την οποία οι ανωτέρω δεν μπορούν να αναλάβουν τον συγκεκριμένο έλεγχο (cooling off period) στις οντότητες δημοσίου συμφέροντος.

Το κείμενο της οδηγίας βρίσκεται στον κάτωθι σύνδεσμο:
Οδηγία για τη μέγιστη διάρκεια της ανάθεσης ελέγχου


Ο Α΄ Αντιπρόεδρος της ΕΛΤΕ
Παναγιώτης Γιαννόπουλος

 

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ 03/2020

Έλεγχοι επενδυτικών σχεδίων από ορκωτούς ελεγκτές λογιστές ή ελεγκτικές εταιρείες

Σε συνέχεια της υπ΄ αρίθμ. 022/27-12-2019 Ανακοίνωσης της ΕΛΤΕ, σύμφωνα με την οποία δημοσιευτήκαν οι υπουργικές αποφάσεις για τον καθορισμό του Διεθνούς Ελεγκτικού Προτύπου βάσει του οποίου θα διενεργούνται οι έλεγχοι για την ολοκλήρωση των επενδυτικών σχεδίων του αναπτυξιακού νόμου από ορκωτούς ελεγκτές – λογιστές ή ελεγκτικές εταιρείες, διευκρινίζεται ότι σύμφωνα με το άρθρο 3 της ΥΑ 133829/23-12-2019:

1. Μέχρι την επικαιροποίηση του Προγράμματος Ελέγχου Επενδύσεων, για τη διενέργεια του ελέγχου επενδύσεων εφαρμόζεται ο Οδηγός Ελέγχου Επενδύσεων, όπως ισχύει.

2. Οι ορκωτοί ελεγκτές - λογιστές ή οι ελεγκτικές εταιρείες έχουν πρόσβαση στα στοιχεία του φακέλου του επενδυτικού σχεδίου μέσω του Πληροφοριακού Συστήματος Κρατικών Ενισχύσεων (ΠΣΚΕ), που είναι ενήμερο με τα απαιτούμενα στοιχεία τους, όπως έχουν υποβληθεί από τον φορέα της επένδυσης.

Βρείτε κάτωθι τα σχετικά link:
1. https://www.ependyseis.gr/news/odigos_elegxou_idiotikon_ependyseon_1.0.pdf
2. https://www.ependyseis.gr/mis/(S(3rgdxpfzfijqtc45ckwgy145))/System/Login.aspx?ReturnUrl=%2fmis%2fdefault.aspx
 

Ο Α’ Αντιπρόεδρος της ΕΛΤΕ
Παναγιώτης Γιαννόπουλος

Πηγή: Taxheaven

Περαίωση χρήσεων κατόπιν φορολογικού πιστοποιητικού ιδιώτη ελεγκτή - Μεταβολές του οικείου κανονιστικού καθεστώτος - Αρχές της ασφάλειας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης

(Α) Η καταστολή της φοροδιαφυγής (και, ιδίως, της ιδιαίτερα σοβαρής, από απόψεως συνθηκών τέλεσης ή/και ποσού), μέσω της διαπίστωσης των οικείων παραβάσεων και της επιβολής των αντίστοιχων διαφυγόντων φόρων, καθώς και των προβλεπόμενων στο νόμο διοικητικών κυρώσεων, συνιστά, κατά το Σύνταγμα (άρθρα 4 παρ. 5, 26 και 106 παρ. 1 και 2), επιτακτικό σκοπό δημοσίου συμφέροντος και βασικό έργο της φορολογικής Διοίκησης. Στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας φορολογικών ελέγχων δεν αποκλείεται από τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 2 του Συντάγματος η ανάθεση καθηκόντων συλλογής, επεξεργασίας και εκτίμησης σχετικών στοιχείων σε ιδιώτες (φυσικά πρόσωπα ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου), τα οποία διαθέτουν αποδεδειγμένα τα αναγκαία προς τούτο προσόντα και την κατάλληλη εξειδίκευση και εμπειρογνωμοσύνη (πρβλ. ΣτΕ 1865-1870/2019 επταμ., 2825/2014, 2589/2014, ΠΕ 72/2014, ΠΕ 678/2001), όπως μπορούν να θεωρηθούν ότι είναι οι νόμιμοι ελεγκτές και τα ελεγκτικά γραφεία που έχουν εγγραφεί στο μητρώο του ν. 3693/2008. Ωστόσο, η άσκηση από ιδιώτες τέτοιου έργου, προκειμένου να είναι συμβατή με τις διατάξεις των άρθρων 26 (παρ. 2), 4 (παρ. 5) και 78 (παρ. 1) του Συντάγματος και ενόψει όσων έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στην πρώτη περίοδο, πρέπει να τελεί υπό τον έλεγχο της φορολογικής Διοίκησης (πρβλ. ΣτΕ ΣτΕ 1865-1870/2019 επταμ., 3946/2002, 2589/2014, 2825/2014 και ΠΕ 678/2001). Τούτο σημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι, κατά την έννοια των προαναφερόμενων συνταγματικών διατάξεων, (α) ο “φορολογικός έλεγχος” εκ μέρους ιδιωτών ελεγκτών δεν μπορεί να προβλέπεται ή/και να λειτουργεί ως νόμιμο υποκατάστατο του ελέγχου της φορολογικής Διοίκησης, και (β) βεβαίωση από ιδιώτη ελεγκτή ότι δεν προέκυψαν παραβάσεις της φορολογικής νομοθεσίας μπορεί να ληφθεί νομίμως υπόψη από τη φορολογική Διοίκηση ως κριτήριο επιλογής των υποθέσεων προς έλεγχο από αυτήν, εντός του οριζόμενου στον νόμο χρόνου παραγραφής, (γ) πρέπει να προβλέπεται δυνατότητα (επαν)ελέγχου από τη φορολογική Διοίκηση, ο οποίος να ασκείται με ορισμένη διαδικασία και εντός ευλόγου χρόνου από την ως άνω βεβαίωση, μετά, δε, την άπρακτη παρέλευση του χρόνου αυτού δεν αποκλείεται να θεωρείται ότι έχει ολοκληρωθεί ο έλεγχος από τη φορολογική Διοίκηση και ότι η υπόθεση έχει περαιωθεί, εφόσον οι όροι διενέργειας του (επανε)ελέγχου (όπως ιδίως διενέργειά του σε αντιπροσωπευτικό δείγμα υποθέσεων, εντός ικανού για τη διεκπεραίωσή του διαστήματος, με επιφύλαξη του δικαιώματος της φορολογικής Διοίκησης να διενεργεί εντός του οριζόμενου στον νόμο χρόνου παραγραφής έλεγχο σε περιπτώσεις που ενδέχεται να έχουν ως αποτέλεσμα φοροδιαφυγή και δη ιδιαιτέρως σοβαρή, από απόψεως συνθηκών τέλεσης ή/και ποσού) διαφυλάσσουν τον χαρακτήρα του φορολογικού ελέγχου ως βασικού έργου της φορολογικής Διοίκησης, (δ) με τον τρόπο αυτό δεν μεταβάλλεται η προθεσμία της οριζόμενης από τον νόμο γενικώς ισχύουσας παραγραφής, αφού, με στόχο, πέραν της ταχείας εκκαθάρισης των φορολογικών υποχρεώσεων των υποκείμενων στις οικείες ρυθμίσεις υποχρέων, μεταξύ άλλων, και την εξοικονόμηση ανθρώπινου και τεχνικού δυναμικού του ελεγκτικού μηχανισμού της φορολογικής Διοίκησης, προς εξασφάλιση της περισσότερο ορθολογικής και αποτελεσματικής λειτουργίας της, προσδιορίζεται κατά χρόνο και κατ' είδος η έκταση του φορολογικού ελέγχου, μετά την ολοκλήρωση του οποίου μπορεί να προβλέπεται ότι επέρχεται περαίωση (των φορολογικών υποθέσεων των) χρήσεων υπό τις οριζόμενες στον νόμο προϋποθέσεις. [με μειοψηφία ενός Παρέδρου]

(Β) Με το άρθρο 5 (παρ. 2, 5 και 6) της Α.Υ.Ο.  ΠΟΛ. 1159/2011 (όπως αυτή τροποποιήθηκε μεταγενέστερα) ορίστηκε ότι οι έλεγχοι της φορολογικής αρχής διενεργούνται και ολοκληρώνονται εντός 18 μηνών από την ημερομηνία υποβολής του φορολογικού πιστοποιητικού στη βάση δεδομένων της Γ.Γ.Π.Σ., με εξαίρεση τις περιπτώσεις της άσκησης δίωξης κατά μελών του Δ.Σ., σύμφωνα με τις διατάξεις περί νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, της λήψης ή έκδοσης πλαστών – εικονικών στοιχείων, συναλλαγών με ανύπαρκτες φορολογικά εταιρείες και της αποδεδειγμένης διαπίστωσης παραβάσεων των άρθρων 39 και 39Α του ν. 2238/1994 (στις περιπτώσεις αυτές ο έλεγχος μπορούσε να γίνει εντός του χρόνου παραγραφής της αντίστοιχης χρήσης). Συνακόλουθα, με το άρθρο 6 (παρ. 1 περίπτ. α) της ίδιας ως άνω Α.Υ.Ο. προβλέφθηκε ότι, εφόσον μέσα σε 18 μήνες από την έκδοση έκθεσης φορολογικής συμμόρφωσης χωρίς επιφύλαξη δεν εντοπίζονται φορολογικές παραβάσεις από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 5 ελέγχους της φορολογικής αρχής, θεωρείται περαιωμένη η συγκεκριμένη χρήση και δεν καταλείπεται, κατ’ αρχήν, δυνατότητα άλλου ελέγχου, παρά μόνο στην περίπτωση ενδείξεων για τις προαναφερόμενες σημαντικές παραβάσεις της παράγραφου 6 του άρθρου 5 της εν λόγω Α.Υ.Ο.. Με τις ανωτέρω ρυθμίσεις της Α.Υ.Ο. ΠΟΛ 1159/2011 (όπως αυτή ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με την  Α.Υ.Ο.ΠΟΛ 1034/2015) δεν τροποποιήθηκε ο οριζόμενος στο άρθρο 84 παρ. 1 του Κ.Φ.Ε. (ν. 2238/1994) και εφαρμοζόμενος στην επίδικη χρήση (έτους 2012) κανόνας περί πενταετούς παραγραφής της εξουσίας του Δημοσίου για έκδοση, κατόπιν ελέγχου, πράξης επιβολής/διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος αλλά προσδιορίσθηκε κατά χρόνο και κατ' είδος η έκταση του φορολογικού ελέγχου και καθιερώθηκε περίπτωση περαίωσης των φορολογικών υποθέσεων χρήσεων, όπως η επίδικη, υπό τις προϋποθέσεις (α) της ύπαρξης έκθεσης φορολογικής συμμόρφωσης χωρίς επιφυλάξεις, (β) της άπρακτης παρόδου της οριζόμενης από τον νόμο προθεσμίας των 18 μηνών από την υποβολή της εν λόγω έκθεσης στη βάση δεδομένων της Γ.Γ.Π.Σ., χωρίς εντοπισμό φορολογικών παραβάσεων από τους ελέγχους της φορολογικής αρχής, (γ) της απουσίας στοιχείων ή ενδείξεων για τις οριζόμενες από τον νόμο σοβαρές παραβάσεις. Με τα δεδομένα αυτά και ενόψει των εκτεθέντων παραπάνω, οι διατάξεις της ως άνω υπουργικής απόφασης και των διατάξεων, κατ’ εξουσιοδότηση των οποίων εκδόθηκε δεν αντίκεινται στο Σύνταγμα και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του Δημοσίου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. [με μειοψηφία ενός Παρέδρου]

(Γ) Η Α.Υ.Ο. ΠΟΛ. 1159/2011 εκδόθηκε βάσει της διάταξης της παραγράφου 8α του άρθρου 82 του Κ.Φ.Ε. (όπως αυτή τέθηκε με το άρθρο 21 παρ. 10 του ν. 3943/2011), με την οποία χορηγήθηκε νομοθετική εξουσιοδότηση για τον καθορισμό των επί μέρους φορολογικών αντικειμένων του ελέγχου που διενεργούν οι νόμιμοι ελεγκτές και τα ελεγκτικά γραφεία του ν. 3693/2008, το ειδικότερο περιεχόμενο του πιστοποιητικού που εκδίδουν, τον τρόπο, το χρόνο και τη διαδικασία υποβολής του και κάθε άλλο σχετικό θέμα. Οι διατάξεις της ως άνω Α.Υ.Ο., στο σύνολό τους, άρα και κατά το μέρος που προέβλεπαν αποκλειστική προθεσμία διενέργειας ελέγχου από τη φορολογική Διοίκηση κατόπιν της έκδοσης του ετήσιου φορολογικού πιστοποιητικού ή έκθεσης φορολογικής συμμόρφωσης χωρίς επιφύλαξη και περαίωση της χρήσης μετά την πάροδο τέτοιας προθεσμίας, κυρώθηκαν με τυπικό νόμο, πρώτα με την παράγραφο 9 του άρθρου 8 του ν. 4110/2013, όπως δε τροποποιήθηκαν στη συνέχεια, με την περίπτωση 20 της υποπαραγράφου Δ.2 του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014. Το γεγονός της κύρωσης της Α.Υ.Ο ΠΟΛ 1159/2011 με τις προαναφερόμενες διατάξεις τυπικών νόμων δεν αναιρείται από την έλλειψη πανηγυρικής διατύπωσης αυτών περί νομοθετικής κύρωσης της Α.Υ.Ο. ΠΟΛ 1159/2011. Ούτε τίθεται άλλωστε ζήτημα αναδρομικής κύρωσής της, αφού, κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος των κυρωτικών αυτής διατάξεων, δεν είχαν εξαντληθεί οι ουσιαστικές και διαδικαστικές προϋποθέσεις εφαρμογής της και άρα κατελήφθησαν από τις ως άνω διατάξεις τυπικών νόμων από την έναρξη ισχύος αυτών και εφεξής. Παράλληλα με την προαναφερόμενη διάταξη του ν. 4254/2014 προβλέφθηκε η δυνατότητα τροποποίησης της εν λόγω υπουργικής απόφασης (εννοείται ως προς τις ίδιες χρήσεις, στις οποίες είχε εφαρμογή). Με δεδομένο, όμως, ότι η διάταξη αυτή, ορίζοντας ότι η Α.Υ.Ο. ΠΟΛ 1159/2011 «μπορεί να τροποποιηθεί ύστερα από γνώμη της Ε.Λ.Τ.Ε.», δεν περιέχει καθ’ ύλην προσδιορισμό του αντικειμένου της εξουσιοδότησης ούτε, πολύ περισσότερο, την ουσιαστική ρύθμισή του, έστω και σε γενικό, ορισμένο, όμως, πλαίσιο, σύμφωνα προς το οποίο θα ενεργήσει η Διοίκηση, όπως παγίως απαιτείται (ΣτΕ Ολομ. 1749/2016, 520/2015, 3013/2014, 1210/2010 κ.ά.), θα πρέπει να θεωρηθεί ότι παραπέμπει κατά τούτο, δηλαδή ως προς τον καθ' ύλην προσδιορισμό και την ουσιαστική ρύθμιση του αντικειμένου της εξουσιοδότησης, στην αρχική εξουσιοδοτική διάταξη της παραγράφου 8α του άρθρου 82 του Κ.Φ.Ε. ν. 3842/2010, απαιτώντας επιπρόσθετα την ύπαρξη γνώμης της Ε.Λ.Τ.Ε.. Όπως προαναφέρεται, η εν λόγω νομοθετική εξουσιοδότηση αφορούσε στον καθορισμό των επί μέρους φορολογικών αντικειμένων του ελέγχου που διενεργούν οι νόμιμοι ελεγκτές και τα ελεγκτικά γραφεία του ν. 3693/2008, το ειδικότερο περιεχόμενο του πιστοποιητικού που εκδίδουν, τον τρόπο, τον χρόνο και τη διαδικασία υποβολής του και κάθε άλλο σχετικό θέμα. Δοθέντος, όμως, ότι ως τέτοιο δεν μπορεί να θεωρηθεί η, δια της κατάργησης των ρυθμίσεων περί της κατά χρόνο και κατ' είδος έκτασης του φορολογικού ελέγχου, ανατροπή των αποτελεσμάτων περαίωσης των φορολογικών υποθέσεων χρήσεων, όπως η επίδικη (έτους 2012), η οποία συντελέσθηκε σύμφωνα με τους όρους των διατάξεων της παραγράφου 9 του άρθρου 8 του ν. 4110/2013 και της περίπτωσης 20 της υποπαραγράφου Δ.2 του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014, η τροποποίηση των ρυθμίσεων αυτών που επιχειρήθηκε με την ΠΟΛ. 1034/31.12.2015 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών δεν ήταν νόμιμη ως κείμενη εκτός νομοθετικής εξουσιοδότησης. Άλλωστε, η αναδρομική ανατροπή των αποτελεσμάτων συντελεσθείσας περαίωσης των φορολογικών υποθέσεων χρήσεων, όπως η επίδικη, σύμφωνα με τους όρους των προμνημονευόμενων διατάξεων, η οποία εν προκειμένω επιχειρήθηκε με την Α.Υ.Ο. ΠΟΛ 1034/2015, θα αντέβαινε (α) στις θεμελιώδεις αρχές (α) του κράτους δικαίου και της ασφάλειας δικαίου (τόσο κατά το Σύνταγμα όσο και κατά την ΕΣΔΑ), εκδήλωση των οποίων αποτελεί η απαίτηση ο καταλογισμός φορολογικής παράβασης, συνακόλουθα δε του αναλογούντος φόρου και τυχόν σχετικών κυρώσεων, ως μέτρο περιοριστικό της επιχειρηματικής ελευθερίας και του δικαιώματος επί της περιουσίας, να στηρίζεται σε σαφή και προβλέψιμη στην εφαρμογή της νόμιμη βάση (πρβλ. ΣτΕ 144/2015, 909/2015, 290/2019 κ.ά.), πράγμα που προϋποθέτει, άλλωστε, την αποφυγή αποσπασματικών ρυθμίσεων και συνεχών μεταβολών αυτών, κατεσπαρμένων μάλιστα σε περισσότερα κείμενα (τυπικών ή/και ουσιαστικών) νόμων, με συνέπεια να δυσχεραίνεται η κατανόηση και, ως εκ τούτου, και η εφαρμογή τους από τον μέσο επιμελή φορολογούμενο, (β) στην έχουσα εφαρμογή στο  πεδίο της φορολογίας εισοδήματος (ΣτΕ 2828/2016, 2607/2018) αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, εφόσον θα ανέτρεπε τη σταθερή και δικαιολογημένη, δημιουργηθείσας ως εκ της νομοθετικής ρύθμισης του θέματος (άρθρα 8 παρ. 9 ν. 4110/2013 και πρώτο υποπαρ. Δ2 περ. 20 ν. 4254/2014), πεποίθηση των φορολογουμένων επιχειρήσεων ως προς τις οποίες επληρούντο οι κρίσιμες προϋποθέσεις (i) της ύπαρξης έκθεσης φορολογικής συμμόρφωσης χωρίς επιφυλάξεις, (ii) της παρόδου της οριζόμενης από τον νόμο προθεσμίας των 18 μηνών από την υποβολή της εν λόγω έκθεσης στη βάση δεδομένων της Γ.Γ.Π.Σ., χωρίς εντοπισμό φορολογικών παραβάσεων από τους ελέγχους της φορολογικής αρχής, (iii) της απουσίας στοιχείων ή ενδείξεων για τις οριζόμενες από τον νόμο σοβαρές παραβάσεις] ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση καταλογισμού φορολογικών παραβάσεων, αναλογούντος φόρου και τυχόν σχετικών κυρώσεων για τις φορολογικές υποθέσεις των περαιωμένων χρήσεων. [με μειοψηφία ενός Παρέδρου] 

 

Πηγή: adjustice.gr

Λύσεις σε ζητήματα, που εκκρεμούν και προβληματίζουν εδώ και χρόνια, έρχεται να δώσει ένα νέο νομοσχέδιο, το οποίο βάζει τάξη στην εταιρική διακυβέρνηση και σε επιμέρους ρυθμίσεις, που αφορούν τη διοίκηση μιας εταιρείας.

Το νέο σχέδιο νόμου, που βρίσκεται υπό επεξεργασία, περιέχει λεπτομερή περιγραφή, αναφορικά με τον ορισμό των ανεξάρτητων και μη μελών, τον τρόπο λειτουργίας του εσωτερικού ελέγχου μίας εταιρείας, τις οργανωτικές μονάδες που αυτός θα πρέπει να υποστηρίζει, αλλά και πρόσθετες υποχρεώσεις διαφάνειας σε ό,τι αφορά στους μετόχους.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς έχει συντάξει το σχέδιο νόμου, με τίτλο «Για την διάρθρωση του Διοικητικού Συμβουλίου και την Εσωτερική Οργάνωση στο Πλαίσιο της Εταιρικής Διακυβέρνησης Εταιριών που έχουν εισηγμένες μετοχές ή ομολογίες σε ρυθμιζόμενη αγορά που λειτουργεί στην Ελλάδα» και στην παρούσα φάση, το σχέδιο βρίσκεται στην τελική ευθεία προς το Υπουργείο Οικονομικών, προκειμένου να γίνει νόμος.

Σημαντικό στοιχείο αποτελεί το γεγονός ότι η κινητοποίηση των αρχών ήταν τέτοια, μετά και την έκταση που πήρε η υπόθεση Folli Follie, που παρέδωσαν το κείμενο που ορίζει τις παραμέτρους του νέου νομοσχεδίου για την εταιρική διακυβέρνηση σε μια μικρή ομάδα  ανεξάρτητων νομικών εμπειρογνωμόνων, με σκοπό εκείνοι να προσθέσουν ό,τι θεωρούσαν απαραίτητο στην παρούσα φάση.

Σημειώνεται πως την ερχόμενη Παρασκευή συνεδριάζει η Συμβουλευτική Επιτροπή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς προκειμένου να υποβάλει τυχόν παρατηρήσεις ή προτάσεις επί του συγκεκριμένου κειμένου.

Σύμφωνα με τα όσα ορίζει αυστηρά το νέο νομοσχέδιο, ένα μέλος θεωρείται ανεξάρτητο όταν:

  • Ένα μη εκτελεστικό μέλος του διοικητικού συμβουλίου θεωρείται ανεξάρτητο, εφόσον δεν κατέχει κατά τη διάρκεια της θητείας του άμεσα ή έμμεσα ποσοστό δικαιωμάτων ψήφου μεγαλύτερο του 0,5% του μετοχικού κεφαλαίου της Εταιρείας και είναι απαλλαγμένο από οικονομικές, επιχειρηματικές, οικογενειακές ή άλλου είδους σχέσεις εξάρτησης, οι οποίες δύνανται να επηρεάζουν τις αποφάσεις του και την ανεξάρτητη και αντικειμενική κρίση του.

Σχέση εξάρτησης με την Εταιρεία υφίσταται στις ακόλουθες ιδίως περιπτώσεις προσώπων:

  • Πρόσωπο που λαμβάνει οποιαδήποτε σημαντική αμοιβή ή παροχή από την Εταιρεία ή από συνδεδεμένη με αυτήν εταιρία, πλην της αμοιβής για τη συμμετοχή του στο διοικητικό συμβούλιο ή σε επιτροπές του καθώς και της είσπραξης πάγιων παροχών στο πλαίσιο συνταξιοδοτικού συστήματος, συμπεριλαμβανόμενων των ετεροχρονισμένων παροχών, για προηγούμενες υπηρεσίες προς την Εταιρεία, αρκεί οι παροχές αυτές να μην συναρτώνται με τη συνέχιση των υπηρεσιών αυτών.

Ιδιαίτερη σημασία παρουσιάζει το άρθρο 10 του νομοσχεδίου, που αναφέρεται σε πρόσφατες υποχρεώσεις διαφάνειας και μεταξύ άλλων ορίζει πως «Κάθε Εταιρεία, σε περίπτωση δημοσιοποίησης από τρίτο πρόσωπο ανεπιβεβαίωτων πληροφοριών, οι οποίες θα μπορούσαν να επηρεάσουν αισθητά την τιμή των χρηματοπιστωτικών μέσων ή την τιμή των συνδεδεμένων με αυτά παράγωγων μέσων, οφείλει με ανακοίνωσή της, η οποία δημοσιοποιείται με τα μέσα που ορίζονται στο αρ. 21 του ν. 3556/2007:

(α) να προβεί, εφόσον οι πληροφορίες αυτές είναι βάσιμες ή αληθείς, σε άμεση επιβεβαίωσή τους, διευκρινίζοντας ταυτόχρονα και το στάδιο εξέλιξης στο οποίο βρίσκονται τα γεγονότα στα οποία αναφέρονται οι σχετικές πληροφορίες, ή

(β) να προβεί, εφόσον οι πληροφορίες είναι ανυπόστατες ή ψευδείς ή ανακριβείς, σε άμεση διάψευσή τους ή στην επισήμανση της ανακρίβειας τέτοιων πληροφοριών, αντιστοίχως».



Πηγή: reporter.gr

Αριθμ. απόφ. 174/2/29.8.2019

ΦΕΚ B’ 56/21.01.2020

Έγκριση μετάφρασης στην ελληνική γλώσσα του Διεθνούς Προτύπου Ελέγχου 610 (Αναθεωρημένο 2013).

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΛΟΓΙΣΤΙΚΗΣ ΤΥΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΩΝ (ΕΛΤΕ)

Λαμβάνοντας υπόψη:

1) Τα από 22-07-2019 και 23-07-2019 emails της IFAC σχετικά με την έγκριση του κειμένου μετάφρασης από την αγγλική στην ελληνική γλώσσα του Διεθνούς Προτύπου Ελέγχου 610 (Αναθεωρημένο 2013).

2) Την παρ. 2 του άρθρου 30 του ν. 4449/2017.

3) Την με αρ. Θ'29/05/08.05.2019 απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου του ΣΟΕΛ περί έγκρισης του κειμένου μετάφρασης στην ελληνική γλώσσα του Διεθνούς Προτύπου Ελέγχου 610 (Αναθεωρημένο 2013) όπως αναφέρεται στο συνημμένο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ.

4) Το γεγονός ότι δεν προκαλείται κρατική δαπάνη, αποφασίζει ομόφωνα:

Την έγκριση του κειμένου μετάφρασης στην ελληνική γλώσσα του Διεθνούς Προτύπου Ελέγχου 610 (Αναθεωρημένο 2013) όπως αναφέρεται στο συνημμένο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του παρόντος πρακτικού και τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

ΔΙΕΘΝΕΣ ΠΡΟΤΥΠΟ ΕΛΕΓΧΟΥ 610 (Αναθεωρημένο 2013)

ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΕΛΕΓΚΤΩΝ

(Ισχύει για ελέγχους οικονομικών καταστάσεων για περιόδους που λήγουν την 15η Δεκεμβρίου 2014 ή αργότερα)

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εισαγωγή

Πεδίο του παρόντος ΔΠΕ

Σχέση μεταξύ ΔΠΕ 315 (Αναθεωρημένο) και ΔΠΕ 610 (Αναθεωρημένο 2013)

Ευθύνη του εξωτερικού ελεγκτή για τον έλεγχο

Ημερομηνία έναρξης ισχύος

Στόχοι

Ορισμοί

Απαιτήσεις

Καθορισμός του εάν, σε ποιους τομείς και σε ποιο βαθμό μπορεί να χρησιμοποιηθεί το έργο της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου

Χρήση του έργου της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου

Καθορισμός του εάν, σε ποιους τομείς και σε ποιο βαθμό μπορεί να χρησιμοποιηθεί το έργο της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου για την παροχή άμεσης βοήθειας

Χρήση εσωτερικών ελεγκτών για την παροχή άμεσης βοήθειας

Τεκμηρίωση

Εφαρμογή και λοιπό επεξηγηματικό υλικό

Ορισμός λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου

Καθορισμός του εάν, σε ποιους τομείς και σε ποιο βαθμό μπορεί να χρησιμοποιηθεί το έργο της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου

Χρήση του έργου της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου

Καθορισμός του εάν, σε ποιους τομείς και σε ποιο βαθμό μπορεί να χρησιμοποιηθεί το έργο της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου για την παροχή άμεσης βοήθειας

Χρήση εσωτερικών ελεγκτών για την παροχή άμεσης βοήθειας

Το Διεθνές Πρότυπο Ελέγχου (ΔΠΕ) 610 (Αναθεωρημένο το 2013), «Χρήση της εργασίας των εσωτερικών ελεγκτών» πρέπει να μελετάται σε συνδυασμό με το ΔΠΕ 200 «Γενικοί σκοποί του ανεξάρτητου ελεγκτή και διενέργεια ελέγχου σύμφωνα με τα Διεθνή Πρότυπα Ελέγχου».

Εισαγωγή

Πεδίο του παρόντος ΔΠΕ

1. Το παρόν Διεθνές Πρότυπο Ελέγχου (ΔΠΕ) ασχολείται με τις ευθύνες του εξωτερικού ελεγκτή εάν χρησιμοποιεί την εργασία των εσωτερικών ελεγκτών. Αυτό περιλαμβάνει (α) τη χρήση του έργου της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου κατά την απόκτηση ελεγκτικών τεκμηρίων, και (β) τη χρήση των εσωτερικών ελεγκτών για παροχή άμεσης βοήθειας υπό τη διεύθυνση, εποπτεία και επισκόπηση του εξωτερικού ελεγκτή.

2. Το παρόν ΔΠΕ δεν εφαρμόζεται εάν η οντότητα δεν διαθέτει λειτουργία εσωτερικού ελέγχου. (Αναφ. παρ. A2)

3. Αν η οντότητα διαθέτει λειτουργία εσωτερικού ελέγχου, οι απαιτήσεις του παρόντος ΔΠΕ που σχετίζονται με τη χρήση του έργου της λειτουργίας αυτής δεν εφαρμόζονται εάν:

α) Οι ευθύνες και οι δραστηριότητες της λειτουργίας δεν σχετίζονται με τον έλεγχο,ή

β) Με βάση την προκαταρκτική κατανόηση του ελεγκτή επί της λειτουργίας, που αποκτάται ως αποτέλεσμα των διαδικασιών που εκτελούνται σύμφωνα με το ΔΠΕ 315 (Αναθεωρημένο)1, ο εξωτερικός ελεγκτής δεν αναμένει να χρησιμοποιήσει το έργο της λειτουργίας για την απόκτηση ελεγκτικών τεκμηρίων.

Τίποτα σε αυτό το ΔΠΕ δεν απαιτεί από τον εξωτερικό ελεγκτή να χρησιμοποιήσει το έργο της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου για να τροποποιήσει τη φύση ή το χρονοδιάγραμμα, ή για να μειώσει την έκταση, των ελεγκτικών διαδικασιών που πρέπει να εκτελεστούν απευθείας από τον εξωτερικό ελεγκτή. Αυτό παραμένει απόφαση του εξωτερικού ελεγκτή που λαμβάνεται κατά τον καθορισμό της συνολικής στρατηγικής ελέγχου.

4. Επιπλέον, οι απαιτήσεις του παρόντος ΔΠΕ που σχετίζονται με την άμεση βοήθεια δεν εφαρμόζονται εάν ο εξωτερικός ελεγκτής δεν σκοπεύει να χρησιμοποιήσει τους εσωτερικούς ελεγκτές για την παροχή άμεσης βοήθειας.

5. Σε ορισμένες δικαιοδοσίες (χώρες), ο εξωτερικός ελεγκτής μπορεί να αποκλείεται ή να περιορίζεται σε κάποιο βαθμό, από νόμο ή κανονισμό από τη χρήση του έργου της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου ή από τη χρήση εσωτερικών ελεγκτών για την παροχή άμεσης βοήθειας. Τα ΔΠΕ δεν υπερισχύουν των νόμων ή των κανονισμών που διέπουν τον έλεγχο των οικονομικών καταστάσεων2. Οι απαγορεύσεις ή οι περιορισμοί ως εκ τούτου, δεν θα εμποδίσουν τον εξωτερικό ελεγκτή από τη συμμόρφωση με τα ΔΠΕ. (Αναφ. παρ. A31)

Σχέση μεταξύ ΔΠΕ 315 (Αναθεωρημένο) και ΔΠΕ 610 (Αναθεωρημένο το 2013)

6. Πολλές οντότητες θεσπίζουν λειτουργίες εσωτερικού ελέγχου, στο πλαίσιο των δικών τους δομών εσωτερικού ελέγχου και διακυβέρνησης. Οι στόχοι και το εύρος εφαρμογής της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου, η φύση των αρμοδιοτήτων της και η θέση και βαρύτητα που αποδίδεται σε αυτή από την οντότητα, περιλαμβανομένης της εξουσίας και λογοδοσίας της εν λόγω λειτουργίας, ποικίλουν ευρέως και εξαρτώνται από το μέγεθος και τη δομή της οντότητας, καθώς και από τις απαιτήσεις της διοίκησης και, ενδεχομένως, των υπεύθυνων για τη διακυβέρνηση.

7. Το ΔΠΕ 315 (Αναθεωρημένο) παρουσιάζει τον τρόπο με τον οποίο η γνώση και η εμπειρία της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου μπορεί να ενισχύσει με πληροφορίες την κατανόηση του εξωτερικού ελεγκτή επί της οντότητας και του περιβάλλοντός της, καθώς και τον εντοπισμό και αξιολόγηση των κινδύνων ουσιώδους σφάλματος. Το ΔΠΕ 315 (Αναθεωρημένο)3 εξηγεί επίσης τον τρόπο με τον οποίο η αποτελεσματική επικοινωνία μεταξύ εσωτερικών και εξωτερικών ελεγκτών δημιουργεί επίσης ένα περιβάλλον στο οποίο ο εξωτερικός ελεγκτής μπορεί να ενημερώνεται για σημαντικά θέματα τα οποία ενδέχεται να επηρεάσουν το έργο του.

8. Ανάλογα με το εάν η οργανωτική δομή και οι σχετικές πολιτικές και διαδικασίες της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου στηρίζουν επαρκώς την αντικειμενικότητα των εσωτερικών ελεγκτών, το επίπεδο επάρκειας της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου, και το κατά πόσο η λειτουργία εφαρμόζει μια συστηματική και πειθαρχημένη προσέγγιση, ο εξωτερικός ελεγκτής μπορεί αντίστοιχα να είναι σε θέση να χρησιμοποιήσει το έργο της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου με εποικοδομητικό και συμπληρωματικό τρόπο. Το παρόν ΔΠΕ εξετάζει τις ευθύνες του εξωτερικού ελεγκτή, όταν, βάσει της προκαταρκτικής κατανόησής του επί της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου, που αποκτήθηκε ως αποτέλεσμα των διαδικασιών που εκτελέστηκαν σύμφωνα με το ΔΠΕ 315 (Αναθεωρημένο), ο εξωτερικός ελεγκτής αναμένει ότι θα χρησιμοποιήσει το έργο της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου, ως μέρος των αποκτηθέντων ελεγκτικών τεκμηρίων4. Αυτή η χρήση του εν λόγω έργου τροποποιεί τη φύση ή το χρονοδιάγραμμα, ή μειώνει την έκταση των ελεγκτικών διαδικασιών που πρέπει να εκτελεστούν απευθείας από τον εξωτερικό ελεγκτή.

9. Επιπλέον, το παρόν ΔΠΕ εξετάζει επίσης τις ευθύνες του εξωτερικού ελεγκτή, στην περίπτωση που θα χρησιμοποιήσει τους εσωτερικούς ελεγκτές για την παροχή άμεσης βοήθειας υπό τη διεύθυνση, εποπτεία και επισκόπησή του εξωτερικού ελεγκτή.

10. Μπορεί να υπάρχουν άτομα σε μια οντότητα που εκτελούν διαδικασίες παρόμοιες με αυτές που εκτελούνται από την λειτουργία εσωτερικού ελέγχου. Ωστόσο, εκτός εάν εκτελούνταν από μια αντικειμενική και ικανή λειτουργία που εφαρμόζει συστηματική και πειθαρχημένη προσέγγιση, συμπεριλαμβανομένου του ελέγχου ποιότητας, οι διαδικασίες αυτές θα θεωρούνταν εσωτερικές δικλίδες και η συγκέντρωση τεκμηρίων σχετικά με την αποτελεσματικότητα των δικλίδων αυτών θα αποτελούσε μέρος των αντιδράσεων του ελεγκτή στους εκτιμώμενους κινδύνους, σύμφωνα με το ΔΠΕ 3305.

Ευθύνη του εξωτερικού ελεγκτή για τον έλεγχο

11. Ο εξωτερικός ελεγκτής έχει την αποκλειστική ευθύνη για την ελεγκτική γνώμη που εξέφρασε, και η ευθύνη αυτή δεν μειώνεται με τη χρήση του έργου της λειτουργίας του εσωτερικού ελέγχου ή με την παροχή άμεσης βοήθειας από τους εσωτερικούς ελεγκτές στις εργασίες της ανάθεσης. Παρόλο που μπορεί να εκτελούν ελεγκτικές διαδικασίες παρόμοιες με αυτές που εκτελούνται από τον εξωτερικό ελεγκτή, ούτε η λειτουργία εσωτερικού ελέγχου ούτε οι εσωτερικοί ελεγκτές είναι ανεξάρτητοι της οντότητας, όπως απαιτείται από τον εξωτερικό ελεγκτή κατά τον έλεγχο των οικονομικών καταστάσεων σύμφωνα με το ΔΠΕ 2006. Το παρόν ΔΠΕ, ως εκ τούτου, ορίζει τις προϋποθέσεις που είναι απαραίτητες ώστε ο εξωτερικός ελεγκτής να είναι σε θέση να χρησιμοποιήσει το έργο των εσωτερικών ελεγκτών. Καθορίζει, επίσης, τις απαραίτητες προσπάθειες εργασίας για την απόκτηση επαρκών και κατάλληλων ελεγκτικών τεκμηρίων ότι το έργο της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου ή οι εσωτερικοί ελεγκτές που παρέχουν άμεση βοήθεια, είναι κατάλληλοι για τους σκοπούς του ελέγχου. Οι απαιτήσεις έχουν σχεδιαστεί ώστε να παρέχουν ένα πλαίσιο για τις κρίσεις του εξωτερικού ελεγκτή σχετικά με τη χρήση της εργασίας των εσωτερικών ελεγκτών, προκειμένου να αποφευχθεί η υπερβολική ή καταχρηστική χρήση του εν λόγω έργου.

Ημερομηνία έναρξης ισχύος

12. Το παρόν ΔΠΕ ισχύει για ελέγχους οικονομικών καταστάσεων για περιόδους που ξεκινούν την 15η Δεκεμβρίου 2014 ή αργότερα.

Στόχοι

13. Οι στόχοι του εξωτερικού ελεγκτή, όταν η οντότητα έχει λειτουργία εσωτερικού ελέγχου και ο εξωτερικός ελεγκτής αναμένει να χρησιμοποιήσει το έργο της λειτουργίας για να τροποποιήσει τη φύση ή τον χρόνο, ή να μειώσει την έκταση των ελεγκτικών διαδικασιών που πρόκειται να πραγματοποιηθούν απευθείας από την εξωτερικό ελεγκτή, ή να χρησιμοποιήσει του εσωτερικούς ελεγκτές για την παροχή άμεσης βοήθειας, είναι:

α) Να προσδιορίσει εάν, το έργο της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου ή η άμεση βοήθεια των εσωτερικών ελεγκτών μπορεί να χρησιμοποιηθεί και, εάν ναι, σε ποιους τομείς και σε ποιο βαθμό,

και εφόσον έχει γίνει ο ανωτέρω προσδιορισμός:

β) Εάν χρησιμοποιήσει το έργο της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου, να καθορίσει εάν αυτή η εργασία είναι επαρκής για τους σκοπούς του ελέγχου, και

γ) Εάν χρησιμοποιήσει του εσωτερικούς ελεγκτές για την παροχή άμεσης βοήθειας, να διευθύνει, εποπτεύει και επισκοπεί κατάλληλα το έργο τους.

Ορισμοί

14. Για σκοπούς των ΔΠΕ, οι ακόλουθοι όροι έχουν τη σημασία που αποδίδεται κατωτέρω:

α) Λειτουργία εσωτερικού ελέγχου (Internal Audit Function) - Η λειτουργία μιας οντότητας που πραγματοποιεί δραστηριότητες διασφάλισης και παροχής συμβουλών, σχεδιασμένη να αξιολογεί και να βελτιώνει την αποτελεσματικότητα της διακυβέρνησης, της διαχείρισης κινδύνων και των διαδικασιών εσωτερικού ελέγχου της οντότητας. (Αναφ. παρ. Α1-Α4)

β) Άμεση βοήθεια (Direct Assistance) - Η χρήση εσωτερικών ελεγκτών για την εκτέλεση ελεγκτικών διαδικασιών, υπό τη διεύθυνση, εποπτεία και επιθεώρηση του εξωτερικού ελεγκτή.

Απαιτήσεις

Καθορισμός του εάν, σε ποιους τομείς και σε ποιο βαθμό μπορεί να χρησιμοποιηθεί το έργο της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου

Αξιολόγηση της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου

15. Ο εξωτερικός ελεγκτής πρέπει να καθορίσει εάν το έργο της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου δύναται να χρησιμοποιηθεί για τους σκοπούς του ελέγχου, αξιολογώντας τα ακόλουθα:

α) Την έκταση στην οποία η θέση και η βαρύτητα που αποδίδεται σε αυτή από την οντότητα καθώς και οι σχετικές πολιτικές και διαδικασίες της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου υποστηρίζουν την αντικειμενικότητα των εσωτερικών ελεγκτών, (Αναφ. παρ. Α5 - Α9)

β) Το επίπεδο τεχνικής ικανότητας της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου, και (Αναφ. παρ. Α5 - Α9)

γ) Εάν η λειτουργία εσωτερικού ελέγχου εφαρμόζει συστηματική και συγκροτημένη προσέγγιση, συμπεριλαμβανομένων των δικλίδων ποιότητας. (Αναφ. παρ. Α10 - Α11)

16. Ο εξωτερικός ελεγκτής δεν πρέπει να χρησιμοποιήσει το έργο της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου εάν καθορίσει ότι:

α) Η θέση και βαρύτητα που αποδίδεται σε αυτή από την οντότητα και οι σχετικές πολιτικές και διαδικασίες της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου δεν υποστηρίζουν επαρκώς την αντικειμενικότητα των εσωτερικών ελεγκτών,

β) Η λειτουργία στερείται επαρκούς τεχνικής ικανότητας, ή

γ) Η λειτουργία δεν εφαρμόζει συστηματική και συγκροτημένη προσέγγιση, συμπεριλαμβανομένων των δικλίδων ποιότητας. (Αναφ. παρ. Α12 - Α14)

Καθορισμός της φύσης και της έκτασης του έργου της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου που δύναται να χρησιμοποιηθεί

17. Ως βάση για τον καθορισμό των περιοχών και της έκτασης στην οποία το έργο της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου μπορεί να χρησιμοποιηθεί, ο εξωτερικός ελεγκτής πρέπει να εξετάσει τη φύση και το πεδίο του έργου που έχει πραγματοποιηθεί ή είναι προγραμματισμένο να πραγματοποιηθεί από τη λειτουργία εσωτερικού ελέγχου καθώς και η σχετικότητά του με την συνολική στρατηγική και το πρόγραμμα ελέγχου του εξωτερικού ελεγκτή. (Αναφ. παρ. Α15-Α17)

18. Ο εξωτερικός ελεγκτής πρέπει να κάνει όλες τις σημαντικές κρίσεις στην ανάθεση ελέγχου και, προκειμένου να αποφύγει την υπερβολική χρήση του έργου της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου, πρέπει να σχεδιάσει να χρησιμοποιήσει λιγότερο το έργο της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου και να εκτελέσει απευθείας περισσότερες εργασίες: (Αναφ. παρ. Α15-Α17)

α) Όσο περισσότερη κρίση χρειάζεται:

i) Στο σχεδιασμό και την εκτέλεση σχετικών ελεγκτικών διαδικασιών, και

ii) Στην αξιολόγηση των ελεγκτικών τεκμηρίων που συγκεντρώθηκαν (Αναφ. παρ. Α18-Α19)

β) Όσο υψηλότερος είναι ο εκτιμώμενος κίνδυνος ουσιώδους σφάλματος σε επίπεδο ισχυρισμού, με ιδιαίτερη προσοχή σε κινδύνους που εντοπίστηκαν ως σημαντικοί (Αναφ. παρ. Α20-Α22)

γ) Τόσο λιγότερο η οργανωτική δομή και οι σχετικές πολιτικές της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου στηρίζουν επαρκώς την αντικειμενικότητα των εσωτερικών ελεγκτών, και

δ) Τόσο χαμηλότερο είναι το επίπεδο τεχνικής ικανότητας της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου.

19. Ο εξωτερικός ελεγκτής πρέπει επίσης να αξιολογήσει εάν, συνολικά, η χρήση του έργου της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου στον σχεδιαζόμενο βαθμό θα εξακολουθούσε να έχει ως αποτέλεσμα την επαρκή συμμετοχή του εξωτερικού ελεγκτή στον έλεγχο, δεδομένης της αποκλειστικής ευθύνης του για την εκφερόμενη γνώμη ελέγχου. (Αναφ. παρ. Α15-Α22)

20. Ο εξωτερικός ελεγκτής πρέπει κατά την επικοινωνία μιας σύνοψης του προβλεπόμενου εύρους και χρονοδιαγράμματος ελέγχου του, στους υπεύθυνους για τη διακυβέρνηση σύμφωνα με το ΔΠΕ 2607, να επικοινωνεί επίσης και τον τρόπο με τον οποίο ο εξωτερικός ελεγκτής έχει σχεδιάσει να χρησιμοποιήσει το έργο της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου. (Αναφ. παρ. Α23)

Χρήση του έργου της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου

21. Εάν ο εξωτερικός ελεγκτής σκοπεύει να χρησιμοποιήσει το έργο της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου, τότε πρέπει να συζητά την προγραμματισμένη χρήση των εργασιών της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου ως βάση για τον συντονισμό των αντίστοιχων δραστηριοτήτων τους. (Αναφ. παρ. Α24-Α26)

22. Ο εξωτερικός ελεγκτής πρέπει να διαβάζει τις αναφορές της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου αναφορικά με τις εργασίες της, που ο εξωτερικός ελεγκτής σκοπεύει να χρησιμοποιήσει, ώστε να κατανοήσει τη φύση και την έκταση των ελεγκτικών διαδικασιών που διενήργησε καθώς και τα σχετικά ευρήματα τους.

23. Ο εξωτερικός ελεγκτής πρέπει να εκτελεί επαρκείς διαδικασίες ελέγχου επί του συνόλου του έργου της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου που σκοπεύει να χρησιμοποιήσει για τον προσδιορισμό της επάρκειας του για τους σκοπούς του ελέγχου, συμπεριλαμβανομένης της αξιολόγησης εάν:

α) Το έργο της λειτουργίας είχε σχεδιαστεί, εκτελεστεί, επιτηρηθεί, επισκοπηθεί και τεκμηριωθεί κατάλληλα,

β) Έχουν συγκεντρωθεί επαρκή και κατάλληλα τεκμήρια ώστε να δύναται η λειτουργία εσωτερικού ελέγχου να εξάγει εύλογα συμπεράσματα, και

γ) Τα συναχθέντα συμπεράσματα είναι κατάλληλα υπό τις περιστάσεις και οι αναφορές που καταρτίστηκαν από τη λειτουργία εσωτερικού ελέγχου είναι συνεπείς με τα αποτελέσματα του έργου που επιτελέστηκε. (Αναφ. παρ. Α27-Α30)

24. Η φύση και η έκταση των ελεγκτικών διαδικασιών του εξωτερικού ελεγκτή πρέπει να ανταποκρίνεται στην αξιολόγησή του σχετικά με:

α) βαθμό της εμπλεκόμενης κρίσης,

β) Τον εκτιμώμενο κίνδυνο ουσιώδους σφάλματος,

γ) Τον βαθμό στον οποίο η θέση και η βαρύτητα που αποδίδεται στην λειτουργία εσωτερικού ελέγχου από την οντότητα καθώς και οι σχετικές πολιτικές και διαδικασίες της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου υποστηρίζουν την αντικειμενικότητα των εσωτερικών ελεγκτών, και

δ) Το επίπεδο τεχνικής ικανότητας της λειτουργίας8 (Αναφ. παρ. A27-A29)

και να περιλαμβάνουν την επανεκτέλεση μέρους του έργου. (Αναφ. παρ. Α30)

25. Ο εξωτερικός ελεγκτής πρέπει να αξιολογεί επίσης κατά πόσο τα συμπεράσματά του σχετικά με τη λειτουργία εσωτερικού ελέγχου στην παράγραφο 15 του παρόντος ΔΠΕ και τον προσδιορισμό της φύσης και της έκτασης της χρήσης του έργου της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου για τους σκοπούς του ελέγχου στις παραγράφους 18-19 του παρόντος ΔΠΕ παραμένουν κατάλληλα.

Καθορισμός του εάν, σε ποιους τομείς και σε ποιο βαθμό μπορούν να χρησιμοποιηθούν οι εσωτερικοί ελεγκτές για την παροχή άμεσης βοήθειας

Καθορισμός του κατά πόσο οι εσωτερικοί ελεγκτές μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την παροχή άμεσης βοήθειας για τους σκοπούς του ελέγχου

26. Ενδέχεται, με νόμο ή κανονισμό, να απαγορευθεί στον εξωτερικό ελεγκτή να λάβει άμεση βοήθεια από τους εσωτερικούς ελεγκτές. Στην περίπτωση αυτή, οι παράγραφοι 27-35 και 37 δεν ισχύουν. (Αναφ. παρ. Α31)

27. Εάν η χρήση εσωτερικών ελεγκτών δεν απαγορεύεται από νόμο ή κανονισμό και ο εξωτερικός ελεγκτής σκοπεύει να χρησιμοποιήσει εσωτερικούς ελεγκτές για να του παρέχουν άμεση βοήθεια στον έλεγχο, τότε ο εξωτερικός ελεγκτής πρέπει να αξιολογήσει την ύπαρξη και την σημαντικότητα των απειλών κατά της αντικειμενικότητας και το επίπεδο τεχνικής ικανότητας των εσωτερικών ελεγκτών που θα παρέχουν τη συγκεκριμένη βοήθεια. Η αξιολόγηση του εξωτερικού ελεγκτή για την ύπαρξη και την σημαντικότητα των απειλών κατά της αντικειμενικότητας των εσωτερικών ελεγκτών περιλαμβάνει την διερεύνηση των εσωτερικών ελεγκτών αναφορικά με συμφέροντα και σχέσεις που δύναται να δημιουργήσουν απειλές κατά της αντικειμενικότητάς τους. (Αναφ. παρ. Α32-Α34)

28. Ο εξωτερικός ελεγκτής δεν πρέπει να χρησιμοποιεί έναν εσωτερικό ελεγκτή για την παροχή άμεσης βοήθειας εάν:

α) Υπάρχουν σημαντικές απειλές κατά της αντικειμενικότητας του εσωτερικού ελεγκτή, ή

β) Ο εσωτερικός ελεγκτής στερείται επαρκούς τεχνικής ικανότητας για την εκτέλεση των προτεινόμενων εργασιών. (Αναφ. παρ. Α32-Α34)

Καθορισμός της φύσης και του εύρους των εργασιών που ενδέχεται να ανατεθούν στους εσωτερικούς ελεγκτές που παρέχουν άμεση βοήθεια.

29. Για τον καθορισμό της φύσης και του εύρους των εργασιών που ενδέχεται να ανατεθούν στους εσωτερικούς ελεγκτές, καθώς και η φύση, το χρονοδιάγραμμα και το εύρος της διεύθυνσης, εποπτείας και επισκόπησης, που είναι κατάλληλη στις περιστάσεις, ο εξωτερικός ελεγκτής πρέπει να εξετάζει:

α) Το επίπεδο κρίσης που αφορά:

i) στο σχεδιασμό και την εκτέλεση σχετικών ελεγκτικών διαδικασιών, και

ii) στην αξιολόγηση των ελεγκτικών τεκμηρίων που συγκεντρώθηκαν,

β) Τον εκτιμώμενο κίνδυνο ουσιώδους σφάλματος, και

γ) Η εκτίμηση του εξωτερικού ελεγκτή σχετικά με την ύπαρξη και τη σοβαρότητα των απειλών κατά της αντικειμενικότητας, καθώς και το επίπεδο τεχνικής ικανότητας των εσωτερικών ελεγκτών που θα παρέχουν τέτοια βοήθεια. (Αναφ. παρ. Α35-Α39)

30. Ο εξωτερικός ελεγκτής δεν πρέπει να χρησιμοποιεί εσωτερικούς ελεγκτές να του παρέχουν άμεση βοήθεια για την εκτέλεση διαδικασιών που:

α) Περιλαμβάνουν την άσκηση σημαντικών κρίσεων στον έλεγχο, (Αναφ. παρ. Α19)

β) Σχετίζονται με υψηλότερους εκτιμώμενους κινδύνους ουσιώδους σφάλματος, όπου η κρίση που απαιτείται για την εκτέλεση των σχετικών ελεγκτικών διαδικασιών ή για την αξιολόγηση των ελεγκτικών τεκμηρίων που συγκεντρώθηκαν είναι περισσότερο από περιορισμένη, (Αναφ. παρ. Α38)

γ) Σχετίζονται με εργασία με την οποία έχουν εμπλακεί οι εσωτερικοί ελεγκτές και έχει ήδη αναφερθεί ή πρόκειται να αναφερθεί στη διοίκηση ή στους υπεύθυνους για τη διακυβέρνηση από τη λειτουργία εσωτερικού ελέγχου, ή

δ) Σχετίζονται με τις αποφάσεις που λαμβάνει ο εξωτερικός ελεγκτής σύμφωνα με το παρόν ΔΠΕ σχετικά με τη λειτουργία εσωτερικού ελέγχου και τη χρήση του έργου αυτής ή την άμεση βοήθειάς της. (Αναφ. παρ. Α35-Α39)

31. Έχοντας αξιολογήσει κατάλληλα εάν και κατά πόσο μπορούν να χρησιμοποιηθούν οι εσωτερικοί ελεγκτές για την παροχή άμεσης βοήθειας στον έλεγχο, ο εξωτερικός ελεγκτής πρέπει, κατά την επικοινωνία μιας σύνοψης του προβλεπόμενου εύρους και χρονοδιαγράμματος του ελέγχου στους υπεύθυνους για τη διακυβέρνηση σύμφωνα με το ΔΠΕ 2609, να επικοινωνεί τη φύση και την έκταση της προγραμματισμένης χρήσης των εσωτερικών ελεγκτών για την παροχή άμεσης βοήθειας, προκειμένου να καταλήξουν σε κοινό συμπέρασμα ότι η χρήση δεν είναι υπερβολική στις περιστάσεις της ανάθεσης. (Αναφ. παρ. Α39)

32. Ο εξωτερικός ελεγκτής πρέπει να αξιολογεί κατά πόσον, στο σύνολό της, η χρήση εσωτερικών ελεγκτών για την παροχή άμεσης βοήθειας στον προβλεπόμενο βαθμό, καθώς και η προγραμματισμένη χρήση του έργου της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου, εξακολουθούν να έχουν ως αποτέλεσμα την επαρκή συμμετοχή του εξωτερικού ελεγκτή στον έλεγχο, δεδομένης της αποκλειστικής ευθύνης του για την εκφρασθείσα γνώμη ελέγχου.

Χρήση εσωτερικών ελεγκτών για την παροχή άμεσης βοήθειας

33. Πριν από τη χρήση των εσωτερικών ελεγκτών για την παροχή άμεσης βοήθειας για τους σκοπούς του ελέγχου, ο εξωτερικός ελεγκτής πρέπει:

α) να λαμβάνει έγγραφη συμφωνία από εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο της οντότητας ότι θα επιτραπεί στους εσωτερικούς ελεγκτές να ακολουθήσουν τις οδηγίες του εξωτερικού ελεγκτή και ότι η οντότητα δεν θα παρεμβαίνει στις εργασίες που ο εσωτερικός ελεγκτής εκτελεί για τον εξωτερικό ελεγκτή, και

β) να λαμβάνει έγγραφη συμφωνία από τους εσωτερικούς ελεγκτές ότι θα διατηρούν εμπιστευτικά ειδικά θέματα σύμφωνα με τις εντολές του εξωτερικού ελεγκτή και θα ενημερώνουν τον εξωτερικό ελεγκτή για οποιαδήποτε απειλή κατά της αντικειμενικότητά τους.

34. Ο εξωτερικός ελεγκτής πρέπει να διευθύνει, να εποπτεύει και να επιθεωρεί το έργο που επιτελούν οι εσωτερικοί ελεγκτές σχετικά με την ανάθεση ελέγχου σύμφωνα με το ΔΠΕ 22010. Με τον τρόπο αυτό:

α) Η φύση, το χρονοδιάγραμμα και το εύρος της διεύθυνσης, εποπτείας και επισκόπησης των εσωτερικών ελεγκτών, θα αναγνωρίζει ότι δεν είναι ανεξάρτητοι από την οντότητα και θα ανταποκρίνεται στο αποτέλεσμα της αξιολόγησης των παραγόντων της παραγράφου 29 του παρόντος ΔΠΕ.

β) Οι διαδικασίες επιθεώρησης πρέπει να περιλαμβάνουν ο εξωτερικός ελεγκτής να ελέγχει εκ νέου τα υποκείμενα ελεγκτικά τεκμήρια για ορισμένες από τις εργασίες που εκτέλεσαν οι εσωτερικοί ελεγκτές.

Η διεύθυνση, εποπτεία και επιθεώρηση από τον εξωτερικό ελεγκτή της εργασίας που διενεργούν οι εσωτερικοί ελεγκτές πρέπει να είναι επαρκής ώστε ο εξωτερικός ελεγκτής να είναι ικανοποιημένος ότι οι εσωτερικοί ελεγκτές έχουν λάβει επαρκή και κατάλληλα ελεγκτικά τεκμήρια για να στηρίξουν τα συμπεράσματα που βασίζονται στην εργασία τους. (Αναφ. παρ. Α40-Α41)

35. Κατά τη διεύθυνση, εποπτεία και επισκόπηση του έργου που διενεργούν οι εσωτερικοί ελεγκτές, ο εξωτερικός ελεγκτής πρέπει να επαγρυπνά για ενδείξεις ότι οι αξιολογήσεις του στην παράγραφο 27 δεν είναι πλέον κατάλληλες.

Τεκμηρίωση

36. Εάν ο εξωτερικός ελεγκτής χρησιμοποιεί το έργο της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου, ο εξωτερικός ελεγκτής πρέπει να συμπεριλαμβάνει στην τεκμηρίωση ελέγχου:

α) Την αξιολόγηση:

i) του εάν η θέση και η βαρύτητα που αποδίδεται στην λειτουργία εσωτερικού ελέγχου από την οντότητα και οι σχετικές πολιτικές και διαδικασίες της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου υποστηρίζουν επαρκώς την αντικειμενικότητα των εσωτερικών ελεγκτών,

ii) του επιπέδου τεχνικής ικανότητας της λειτουργίας, και

iii) του εάν η λειτουργία εφαρμόζει συστηματική και συγκροτημένη προσέγγιση, συμπεριλαμβανομένων των δικλείδων ποιότητας,

β) Τη φύση και την έκταση του έργου που χρησιμοποιήθηκε, καθώς και τη βάση της σχετικής απόφασης, και

γ) Τις διαδικασίες ελέγχου που εκτέλεσε ο εξωτερικός ελεγκτής για την αξιολόγηση της επάρκειας του έργου που χρησιμοποιήθηκε.

37. Εάν ο εξωτερικός ελεγκτής χρησιμοποιεί εσωτερικούς ελεγκτές για άμεση βοήθεια στον έλεγχο, τότε πρέπει να συμπεριλάβει στην τεκμηρίωση ελέγχου:

α) Την αξιολόγηση της ύπαρξης και της σημαντικότητας απειλών κατά της αντικειμενικότητας των εσωτερικών ελεγκτών και του επιπέδου της τεχνικής ικανότητας των εσωτερικών ελεγκτών που χρησιμοποιούνται για την παροχή άμεσης βοήθειας,

β) Τη βάση για την απόφαση σχετικά με τη φύση και την έκταση της εργασίας που εκτελέστηκε από τους εσωτερικούς ελεγκτές,

γ) Ποιος επισκόπησε το έργο που εκτελέστηκε καθώς και την ημερομηνία και έκταση της επισκόπησης, σύμφωνα με το ΔΠΕ 23011,

δ) Τις έγγραφες συμφωνίες που αποκτήθηκαν από εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο της οντότητας καθώς και από τους εσωτερικούς ελεγκτές σύμφωνα με την παράγραφο 33 του παρόντος ΔΠΕ, και

ε) Τα φύλλα εργασίας που προετοιμάστηκαν από τους εσωτερικούς ελεγκτές οι οποίοι παρείχαν άμεση βοήθεια στην ανάθεση ελέγχου.

Εφαρμογή και λοιπό επεξηγηματικό υλικό

Ορισμός λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου (Αναφ. παρ. 2, 14(α))

Α1. Οι στόχοι και το εύρος των λειτουργιών εσωτερικού ελέγχου περιλαμβάνουν συνήθως δραστηριότητες διασφάλισης και παροχής συμβουλών που αποσκοπούν στην αξιολόγηση και βελτίωση της αποτελεσματικότητας των διαδικασιών διακυβέρνησης, της διαχείρισης κινδύνων και των εσωτερικών δικλίδων της οντότητας, όπως:

Δραστηριότητες που σχετίζονται με τη διακυβέρνηση

  • Η λειτουργία εσωτερικού ελέγχου μπορεί να αξιολογήσει τη

διαδικασία διακυβέρνησης αναφορικά με την εκπλήρωση των στόχων που αφορούν τη δεοντολογία και τις αξίες, τη διαχείριση των επιδόσεων και την υπευθυνότητα, την επικοινωνία πληροφοριών σχετικά με τους κινδύνους και τις δικλίδες ποιότητας σε κατάλληλους τομείς του οργανισμού, καθώς και την αποτελεσματικότητα της επικοινωνίας μεταξύ των υπευθύνων για τη διακυβέρνηση, των εξωτερικών και εσωτερικών ελεγκτών καθώς και την διοίκηση.

Δραστηριότητες που σχετίζονται με τη διαχείριση κινδύνων

  • Η λειτουργία εσωτερικού ελέγχου μπορεί να βοηθήσει την οντότητα, προσδιορίζοντας και αξιολογώντας ενδεχόμενη σοβαρή έκθεσή της σε κινδύνους και συμβάλλοντας στη βελτίωση της διαχείρισης κινδύνων και των εσωτερικών δικλίδων ελέγχου (συμπεριλαμβανομένης της αποτελεσματικότητας της διαδικασίας χρηματοοικονομικής αναφοράς).
  • Η λειτουργία εσωτερικού ελέγχου ενδέχεται να εκτελεί διαδικασίες για να βοηθήσει την οντότητα στην ανίχνευση απάτης.

Δραστηριότητες που σχετίζονται με τις εσωτερικές δικλίδες ελέγχου

  • Αξιολόγηση των εσωτερικών δικλίδων ελέγχου. Στη λειτουργία εσωτερικού ελέγχου ενδέχεται να ανατεθεί συγκεκριμένη ευθύνη για την επισκόπηση των δικλίδων ελέγχου, την αξιολόγηση της λειτουργίας τους και τη σύσταση βελτιώσεων επ’ αυτών. Με τον τρόπο αυτό, η λειτουργία εσωτερικού ελέγχου παρέχει διασφάλιση επί των δικλίδων ελέγχου. Για παράδειγμα, η λειτουργία εσωτερικού ελέγχου ενδέχεται να προγραμματίζει και να διεξάγει δοκιμασίες ή άλλες διαδικασίες για να παρέχει διασφάλιση στη διοίκηση και στους υπεύθυνους για τη διακυβέρνηση αναφορικά με τον σχεδιασμό, την εφαρμογή και τη λειτουργική αποτελεσματικότητα των εσωτερικών δικλίδων ελέγχου, συμπεριλαμβανομένων των δικλίδων που σχετίζονται με τον έλεγχο.
  • Εξέταση χρηματοοικονομικής και λειτουργικής πληροφόρησης. Στη λειτουργία εσωτερικού ελέγχου ενδέχεται να ανατεθεί η επισκόπηση των μέσων που χρησιμοποιούνται για τον εντοπισμό, την αναγνώριση, την επιμέτρηση, την ταξινόμηση και την αναφορά χρηματοοικονομικής και λειτουργικής πληροφόρησης καθώς και η διενέργεια ειδικών ερευνών σε μεμονωμένα θέματα, συμπεριλαμβανομένων λεπτομερών ελέγχων συναλλαγών, υπολοίπων και διαδικασιών.
  • Επισκόπηση λειτουργικών δραστηριοτήτων. Στη λειτουργία εσωτερικού ελέγχου ενδέχεται να ανατεθεί η επισκόπηση της οικονομίας, της αποδοτικότητας και αποτελεσματικότητας των λειτουργικών δραστηριοτήτων, συμπεριλαμβανομένων των μη χρηματοοικονομικών δραστηριοτήτων μιας οντότητας.
  • Επισκόπηση της συμμόρφωσης με νόμους και κανονισμούς. Στη λειτουργία εσωτερικού ελέγχου ενδέχεται να ανατεθεί η επισκόπηση της συμμόρφωσης με νόμους, κανονισμούς και άλλες εξωτερικές απαιτήσεις, με τις πολιτικές και τις οδηγίες της διοίκησης καθώς και με άλλες εσωτερικές απαιτήσεις.

Α2. Δραστηριότητες παρόμοιες με αυτές που εκτελούνται από μια λειτουργία εσωτερικού ελέγχου ενδέχεται να πραγματοποιούνται από λειτουργίες με άλλους τίτλους μέσα σε μια οντότητα. Ορισμένες ή όλες οι δραστηριότητες μιας λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου ενδέχεται επίσης να ανατεθούν σε τρίτο φορέα παροχής υπηρεσιών. Ούτε ο τίτλος της λειτουργίας, ούτε το εάν εκτελείται από την οντότητα ή από τρίτο φορέα παροχής υπηρεσιών, είναι αποκλειστικοί και καθοριστικοί παράγοντες για το κατά πόσον ο εξωτερικός ελεγκτής μπορεί να χρησιμοποιήσει ή όχι το έργο της λειτουργίας. Είναι μάλλον η φύση των δραστηριοτήτων της, ο βαθμός στον οποίο η οργανωτική δομή της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου και οι σχετικές πολιτικές και διαδικασίες υποστηρίζουν την αντικειμενικότητα των εσωτερικών ελεγκτών, η τεχνική ικανότητα και η συστηματική και πειθαρχημένη προσέγγιση της λειτουργίας που είναι σχετικοί παράγοντες. Οι παραπομπές στο παρόν ΔΠΕ στις εργασίες της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου περιλαμβάνουν συναφείς δραστηριότητες άλλων λειτουργιών ή τρίτους παρόχους με τα χαρακτηριστικά αυτά.

Α3. Επιπλέον, όσοι ασκούν λειτουργικά και διευθυντικά καθήκοντα στην οντότητα και έχουν ευθύνες και αρμοδιότητες εκτός λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου, αντιμετωπίζουν συνήθως απειλές κατά της αντικειμενικότητάς τους, οι οποίες θα εμπόδιζαν την αντιμετώπισή τους ως μέρος της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου για τους σκοπούς του παρόντος ΔΠΕ, παρότι ενδέχεται να επιτελούν δραστηριότητες δικλίδων ελέγχου που μπορεί να τεθούν σε δοκιμασία σύμφωνα με το ΔΠΕ 33012. Για το λόγο αυτό, η παρακολούθηση των δικλίδων ελέγχου που πραγματοποιείται από την ιδιοκτησία που ασκεί και τη διοίκηση της οντότητας δεν θα θεωρούνταν ισοδύναμη της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου.

Α4. Ενώ οι στόχοι της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου μιας οντότητας και του εξωτερικού ελεγκτή διαφέρουν, η λειτουργία δύναται να εκτελεί διαδικασίες ελέγχου παρόμοιες με αυτές που εκτελεί ο εξωτερικός ελεγκτής κατά τον έλεγχο των οικονομικών καταστάσεων. Στην περίπτωση αυτή, ο εξωτερικός ελεγκτής μπορεί να χρησιμοποιήσει τη λειτουργία για τους σκοπούς του ελέγχου με έναν ή περισσότερους από τους ακόλουθους τρόπους:

  • Για την απόκτηση πληροφοριών σχετικά με τις εκτιμήσεις του εξωτερικού ελεγκτή επί κινδύνων ουσιώδους σφάλματος λόγω λάθους ή απάτης. Από αυτή την άποψη, το ΔΠΕ 315 (αναθεωρημένο)13 απαιτεί από τον εξωτερικό ελεγκτή να κατανοήσει τη φύση των καθηκόντων της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου, το καθεστώς που τη διέπει εντός του οργανισμού και τις δραστηριότητες που εκτελούνται ή πρόκειται να εκτελεστούν και να διενεργεί διερευνητικά ερωτήματα στα κατάλληλα άτομα εντός της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου (εάν η οντότητα έχει μια τέτοια λειτουργία), ή
  • Ο εξωτερικός ελεγκτής, μετά από κατάλληλη αξιολόγηση, ενδέχεται να αποφασίσει να χρησιμοποιήσει τη δουλειά που έχει εκτελεσθεί από τη λειτουργία εσωτερικού ελέγχου κατά τη διάρκεια της περιόδου ως μερική αντικατάσταση των τεκμηρίων ελέγχου που αποκτά απευθείας ο ίδιος14, εκτός εάν αυτό απαγορεύεται ρητά ή περιορίζεται σε κάποιο βαθμό από νόμο ή κανονισμό.

Επιπλέον, ο εξωτερικός ελεγκτής μπορεί να χρησιμοποιεί εσωτερικούς ελεγκτές για να διενεργεί ελεγκτικές διαδικασίες υπό την καθοδήγηση, επίβλεψη και επισκόπηση του ιδίου (αναφερόμενη ως «άμεση βοήθεια» στο παρόν ΔΠΕ)15εκτός εάν απαγορεύεται ή περιορίζεται σε κάποιο βαθμό από νόμο ή κανονισμό.

Καθορισμός του εάν, σε ποιους τομείς και σε ποιο βαθμό μπορεί να χρησιμοποιηθεί το έργο της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου

Αξιολόγηση της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου

Αντικειμενικότητα και τεχνική ικανότητα (Αναφ. παρ. 15(α)-(β))

Α5. Ο εξωτερικός ελεγκτής ασκεί επαγγελματική κρίση για να προσδιορίσει κατά πόσον το έργο της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τους σκοπούς του ελέγχου, καθώς και τη φύση και την έκταση στην οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί το έργο της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου υπό τις δεδομένες περιστάσεις.

Α6. Ο βαθμός στον οποίο η οργανωτική δομή και οι σχετικές πολιτικές και διαδικασίες της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου υποστηρίζουν την αντικειμενικότητα των εσωτερικών ελεγκτών, καθώς και το επίπεδο τεχνικής ικανότητας της λειτουργίας είναι ιδιαίτερα σημαντικοί παράγοντες που καθορίζουν εάν μπορεί να χρησιμοποιηθεί το έργο της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου και, εάν ναι, τη φύση και την έκταση στην οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί το έργο της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου υπό τις δεδομένες περιστάσεις.

Α7. Η αντικειμενικότητα αναφέρεται στην ικανότητα να εκτελούνται τα καθήκοντα αυτά χωρίς να επιτρέπεται μεροληψία, σύγκρουση συμφερόντων ή αδικαιολόγητη επιρροή των άλλων ώστε να υπερισχύουν των επαγγελματικών κρίσεων. Παράγοντες που ενδέχεται να επηρεάσουν την αξιολόγηση του εξωτερικού ελεγκτή είναι οι εξής:

  • Εάν η οργανωτική δομή της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου, συμπεριλαμβανομένης της εξουσίας και της υπευθυνότητας της λειτουργίας, υποστηρίζει την ικανότητά της να είναι ελεύθερη μεροληψίας, σύγκρουσης συμφερόντων ή αδικαιολόγητης επιρροής άλλων ώστε να υπερισχύουν των επαγγελματικών κρίσεων. Για παράδειγμα, εάν η λειτουργία εσωτερικού ελέγχου αναφέρεται στους υπεύθυνους για τη διακυβέρνηση ή σε αρμόδιο αξιωματούχο με τη δέουσα εξουσία ή στην περίπτωση που αναφέρεται στη διοίκηση, εάν έχει άμεση πρόσβαση στους υπεύθυνους για τη διακυβέρνηση.
  • Εάν η λειτουργία εσωτερικού ελέγχου είναι απαλλαγμένη από αντικρουόμενες ευθύνες, για παράδειγμα, δεν κατέχει διευθυντικά ή λειτουργικά καθήκοντα ή ευθύνες που δεν εμπίπτουν στις αρμοδιότητές της.
  • Εάν οι υπεύθυνοι για τη διακυβέρνηση επιβλέπουν τις αποφάσεις απασχόλησης που σχετίζονται με τη λειτουργία εσωτερικού ελέγχου, όπως για παράδειγμα ο καθορισμός κατάλληλης πολιτικής αποδοχών.
  • Η ύπαρξη τυχόν υποχρεώσεων ή περιορισμών στη λειτουργία εσωτερικού ελέγχου από τη διοίκηση ή από τους υπεύθυνους για τη διακυβέρνηση, όπως για παράδειγμα, στην επικοινωνία των ευρημάτων της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου στον εξωτερικό ελεγκτή.
  • Εάν οι εσωτερικοί ελεγκτές είναι μέλη σχετικών επαγγελματικών φορέων και η ιδιότητά τους αυτή τους υποχρεώνει στη συμμόρφωσή τους με τα σχετικά επαγγελματικά πρότυπα αναφορικά με την αντικειμενικότητα ή εάν οι εσωτερικές πολιτικές τους επιτυγχάνουν τους ίδιους στόχους.

Α8. Η τεχνική ικανότητα της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου αφορά στην επίτευξη και διατήρηση των γνώσεων και δεξιοτήτων της λειτουργίας στο σύνολό τους στο επίπεδο που απαιτείται ώστε να είναι δυνατή η επιμελής εκτέλεση των καθηκόντων της και η τήρηση των εφαρμοστέων επαγγελματικών προτύπων. Παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν τον προσδιορισμό του εξωτερικού ελεγκτή είναι οι εξής:

  • Εάν η λειτουργία εσωτερικού ελέγχου διαθέτει επαρκείς και κατάλληλους πόρους, σε σχέση με το μέγεθος της οντότητας και τη φύση των δραστηριοτήτων της.
  • Εάν υπάρχουν καθιερωμένες πολιτικές για την πρόσληψη, εκπαίδευση και ανάθεση των εσωτερικών ελεγκτών στις αναθέσεις εσωτερικών ελέγχων.
  • Εάν οι εσωτερικοί ελεγκτές διαθέτουν επαρκή τεχνική κατάρτιση και επάρκεια στον έλεγχο. Σχετικά κριτήρια που μπορεί να εξετάσει ο εξωτερικός ελεγκτής κατά την εκτίμησή του ενδέχεται να περιλαμβάνουν, για παράδειγμα, την κατοχή από τους εσωτερικούς ελεγκτές σχετικού επαγγελματικού τίτλου και εμπειρίας.
  • Εάν οι εσωτερικοί ελεγκτές διαθέτουν τις απαιτούμενες γνώσεις σχετικά με τη χρηματοοικονομική αναφορά της οντότητας και το εφαρμοστέο πλαίσιο αυτής και εάν η λειτουργία εσωτερικού ελέγχου διαθέτει τις απαιτούμενες δεξιότητες (για παράδειγμα, ειδικές γνώσεις στον κλάδο) για την εκτέλεση εργασιών που σχετίζονται με τις οικονομικές καταστάσεις της οντότητας.
  • Εάν οι εσωτερικοί ελεγκτές είναι μέλη σχετικών επαγγελματικών οργανισμών που τους υποχρεώνουν να συμμορφώνονται με τα σχετικά επαγγελματικά πρότυπα, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων συνεχούς επαγγελματικής εξέλιξης.

Α9. Η αντικειμενικότητα και η τεχνική ικανότητα μπορεί να θεωρηθούν ως μια αλληλουχία. Όσο περισσότερο η οργανωτική δομή της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου και οι σχετικές πολιτικές και διαδικασίες υποστηρίζουν επαρκώς την αντικειμενικότητα των εσωτερικών ελεγκτών και όσο υψηλότερο είναι το επίπεδο τεχνικής ικανότητας της λειτουργίας, τόσο πιο πιθανό είναι ο εξωτερικός ελεγκτής να κάνει χρήση του έργου της λειτουργίας και σε περισσότερους τομείς. Ωστόσο, η οργανωτική δομή και οι σχετικές πολιτικές και διαδικασίες που παρέχουν ισχυρή υποστήριξη στην αντικειμενικότητα των εσωτερικών ελεγκτών δεν μπορούν να αντισταθμίσουν την έλλειψη επαρκούς τεχνικής ικανότητας της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου. Εξίσου, το υψηλό επίπεδο τεχνικής ικανότητας της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου δεν μπορεί να αντισταθμίσει μια οργανωτική δομή και πολιτικές και διαδικασίες που δεν υποστηρίζουν επαρκώς την αντικειμενικότητα των εσωτερικών ελεγκτών.

Εφαρμογή συστηματικής και συγκροτημένης προσέγγισης (Αναφ. παρ. 15(γ))

Α10. Η εφαρμογή μιας συστηματικής και πειθαρχημένης προσέγγισης στον σχεδιασμό, την εκτέλεση, την εποπτεία, την επισκόπηση και την τεκμηρίωση των δραστηριοτήτων της διακρίνει τις δραστηριότητες της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου από τις λοιπές δραστηριότητες παρακολούθησης και ελέγχου που μπορεί να εκτελούνται εντός της οντότητας.

Α11. Παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν τον καθορισμό του εάν η λειτουργία εσωτερικού ελέγχου εφαρμόζει συστηματική και πειθαρχημένη προσέγγιση περιλαμβάνει τα ακόλουθα:

  • Η ύπαρξη, η επάρκεια και η χρήση τεκμηριωμένων διαδικασιών εσωτερικού ελέγχου ή καθοδήγηση που καλύπτει τομείς όπως εκτιμήσεις κινδύνου, προγράμματα εργασίας, τεκμηρίωση και αναφορά, η φύση και έκταση των οποίων είναι ανάλογες με το μέγεθος και τις περιστάσεις μιας οντότητας.
  • Το κατά πόσο η λειτουργία εσωτερικού ελέγχου διαθέτει κατάλληλες πολιτικές και διαδικασίες για δικλίδες ποιότητας, όπως για παράδειγμα οι πολιτικές και οι διαδικασίες του ΔΠΔΔΠ (ISQC) 116 που θα είχαν εφαρμογή στις απαιτήσεις μιας λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου (όπως αυτές που σχετίζονται με την ηγεσία, τους ανθρώπινους πόρους και την εκτέλεση ανάθεσης) ή απαιτήσεις για δικλίδες ποιότητας σε πρότυπα τα οποία καθορίζονται από τους αρμόδιους επαγγελματικούς φορείς για τους εσωτερικούς ελεγκτές. Οι οργανισμοί αυτοί μπορούν επίσης να θεσπίσουν άλλες κατάλληλες απαιτήσεις, όπως η διεξαγωγή περιοδικών εξωτερικών αξιολογήσεων ποιότητας.

Περιστάσεις όπου το έργο της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί (Αναφ. παρ. 16)

Α12. Η αξιολόγηση του εξωτερικού ελεγκτή σχετικά με το κατά πόσον η θέση και η βαρύτητα που αποδίδεται στην λειτουργία εσωτερικού ελέγχου από την οντότητα και οι σχετικές πολιτικές και διαδικασίες της υποστηρίζουν επαρκώς την αντικειμενικότητα των εσωτερικών ελεγκτών, το επίπεδο τεχνικής ικανότητας της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου καθώς και το κατά πόσον αυτή εφαρμόζει συστηματική και συγκροτημένη προσέγγιση, ενδέχεται να υποδηλώνει ότι οι κίνδυνοι στην ποιότητα του έργου της λειτουργίας είναι πολύ σημαντικοί και ως εκ τούτου δεν είναι σκόπιμο να χρησιμοποιηθεί οποιοδήποτε μέρος του έργου της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου ως ελεγκτικό τεκμήριο.

Α13. Η εξέταση των παραγόντων στις παραγράφους A7, A8 και A11 του παρόντος ΔΠΕ, μεμονωμένα και συνολικά, είναι σημαντική επειδή ένας επιμέρους παράγοντας συχνά δεν επαρκεί ώστε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι το έργο της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τους σκοπούς του ελέγχου. Για παράδειγμα, η οργανωτική δομή της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου είναι ιδιαίτερα σημαντική για την αξιολόγηση των απειλών κατά της αντικειμενικότητας των εσωτερικών ελεγκτών. Εάν η λειτουργία εσωτερικού ελέγχου αναφέρεται στη διοίκηση, αυτό θα θεωρείται σημαντική απειλή κατά της αντικειμενικότητας της λειτουργίας, εκτός εάν άλλοι παράγοντες, όπως αυτοί που περιγράφονται στην παράγραφο Α7 του παρόντος ΔΠΕ, παρέχουν συλλογικά επαρκή μέτρα προστασίας για τη μείωση της απειλής σε αποδεκτό επίπεδο.

Α14. Επιπλέον, ο Κώδικας ΣΔΠΔΛ17 δηλώνει ότι δημιουργείται απειλή λόγω αυτοεπισκόπησης όταν ο εξωτερικός ελεγκτής αποδέχεται μια ανάθεση για παροχή υπηρεσιών εσωτερικού ελέγχου σε πελάτη ελέγχου και τα αποτελέσματα αυτών των υπηρεσιών πρόκειται να χρησιμοποιηθούν κατά τη διενέργεια του ελέγχου. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η ομάδα ανάθεσης ενδέχεται να χρησιμοποιήσει τα αποτελέσματα της υπηρεσίας εσωτερικού ελέγχου χωρίς να αξιολογήσει σωστά τα αποτελέσματα αυτά ή χωρίς να ασκήσει το ίδιο επίπεδο επαγγελματικού σκεπτικισμού που θα ασκούσε εάν το έργο του εσωτερικού ελέγχου διενεργούνταν από άτομα που δεν είναι μέλη της ελεγκτικής εταιρείας. Ο Κώδικας ΣΔΠΔΛ18 εξετάζει τις απαγορεύσεις που ισχύουν σε ορισμένες περιστάσεις καθώς και τα μέτρα προστασίας που ενδέχεται να ληφθούν για τη μείωση των απειλών σε αποδεκτό επίπεδο σε άλλες περιστάσεις.

Καθορισμός της φύσης και της έκτασης του έργου της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου που μπορεί να χρησιμοποιηθεί

Παράγοντες που επηρεάζουν τον καθορισμό της φύσης και της έκτασης του έργου της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου που μπορεί να χρησιμοποιηθεί (Αναφ. παρ. 1719)

Α15. Εφόσον ο εξωτερικός ελεγκτής διαπιστώσει ότι το έργο της υπηρεσίας εσωτερικού ελέγχου μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τους σκοπούς του ελέγχου, πρέπει πρώτα να εξεταστεί κατά πόσο η προβλεπόμενη φύση και το εύρος της εργασίας του εσωτερικού ελέγχου που διενεργήθηκε ή σχεδιάζεται να διενεργηθεί, σχετίζεται με τη συνολική στρατηγική ελέγχου και το σχέδιο ελέγχου που έχει καταρτίσει ο εξωτερικός ελεγκτής σύμφωνα με το ΔΠΕ 300.

Α16. Παραδείγματα του έργου της λειτουργίας εσωτερικο ύ ελέγχου που δύναται να χρησιμοποιηθούν από τον εξωτερικό ελεγκτή είναι τα ακόλουθα:

  • Δοκιμασίες επί της λειτουργικής αποτελεσματικότητας των δικλίδων.
  • Ουσιαστικές διαδικασίες που περιλαμβάνουν περιορισμένη κρίση.
  • Παρακολούθηση της καταμέτρησης των αποθεμάτων.
  • Εντοπισμός συναλλαγών που σχετίζονται με τη χρηματοοικονομική αναφορά, μέσω του πληροφοριακού συστήματος.
  • Δοκιμασίες επί της συμμόρφωσης με τις κανονιστικές απαιτήσεις.
  • Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι έλεγχοι ή οι επισκοπήσεις επί της χρηματοοικονομικής πληροφόρησης θυγατρικών που δεν αποτελούν σημαντικά συστατικά μέρη του ομίλου (όπου αυτό δεν έρχεται σε αντίθεση με τις απαιτήσεις του ΔΠΕ 600)20.

Α17. Η απόφαση του εξωτερικού ελεγκτή επί της προγραμματισμένης φύσης και έκτασης της χρήσης του έργου της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου επηρεάζεται από την εκτίμησή του σχετικά με τον βαθμό στον οποίο η οργανωτική δομή και οι σχετικές πολιτικές και διαδικασίες της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου υποστηρίζουν επαρκώς την αντικειμενικότητα των εσωτερικών ελεγκτών, καθώς και από το επίπεδο τεχνικής ικανότητας της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου, όπως περιγράφεται στην παράγραφο 18 του παρόντος ΔΠΕ. Επιπλέον, το επίπεδο της κρίσης που απαιτείται για τον σχεδιασμό, την εκτέλεση και την αξιολόγηση αυτού του έργου, καθώς και ο εκτιμώμενος κίνδυνος ουσιώδους σφάλματος σε επίπεδο ισχυρισμού, είναι παράγοντες που συνεκτιμώνται στην απόφαση του εξωτερικού ελεγκτή. Περαιτέρω, υπάρχουν περιστάσεις στις οποίες ο εξωτερικός ελεγκτής δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει το έργο της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου για τους σκοπούς του ελέγχου όπως περιγράφεται στην παράγραφο 16 του παρόντος ΔΠΕ.

Κρίσεις στον σχεδιασμό και την διενέργεια των ελεγκτικών διαδικασιών και την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων τους (Αναφ. παρ. 18(α), 30(α))

Α18. Όσο μεγαλύτερη είναι η κρίση που απαιτείται να ασκηθεί κατά τον σχεδιασμό και την εκτέλεση των ελεγκτικών διαδικασιών, καθώς και στην αξιολόγηση των ελεγκτικών τεκμηρίων, τόσο περισσότερες είναι οι διαδικασίες που θα χρειαστεί να εκτελέσει απευθείας ο εξωτερικός ελεγκτής, σύμφωνα με την παράγραφο 18 του παρόντος ΔΠΕ, διότι η αποκλειστική χρήση του έργου της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου δεν θα παρέχει στον εξωτερικό ελεγκτή επαρκή και κατάλληλα ελεγκτικά τεκμήρια.

Α19. Δεδομένου ότι ο εξωτερικός ελεγκτής έχει την αποκλειστική ευθύνη για την εκφρασθείσα γνώμη ελέγχου, πρέπει ο ίδιος να προβεί σε σημαντικές κρίσεις κατά την ανάθεση του ελέγχου, σύμφωνα με την παράγραφο 18. Οι σημαντικές κρίσεις περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:

  • Αξιολόγηση των κινδύνων ουσιώδους σφάλματος.
  • Αξιολόγηση της επάρκειας των δοκιμασιών που πραγματοποιήθηκαν.
  • Αξιολόγηση της καταλληλόλητας χρήσης από την διοίκηση της παραδοχής για συνέχιση της δραστηριότητας της ελεγχόμενης οντότητας.
  • Αξιολόγηση σημαντικών λογιστικών εκτιμήσεων, και
  • Αξιολόγηση της επάρκειας των γνωστοποιήσεων στις οικονομικές καταστάσεις, καθώς και άλλα θέματα που επηρεάζουν την έκθεση του ελεγκτή.

Εκτιμώμενος κίνδυνος ουσιώδους σφάλματος (Αναφ. παρ. 18(β))

Α20. Για συγκεκριμένο υπόλοιπο λογαριασμού, τύπο συναλλαγής ή γνωστοποίησης, όσο υψηλότερος είναι ο εκτιμώμενος κίνδυνος ουσιώδους σφάλματος σε επίπεδο ισχυρισμού, τόσο περισσότερη κρίση απαιτείται συχνά στον σχεδιασμό και την εκτέλεση των ελεγκτικών διαδικασιών, καθώς και στην αξιολόγηση των αποτελεσμάτων τους. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο εξωτερικός ελεγκτής θα χρειαστεί να εκτελέσει περισσότερες διαδικασίες απευθείας, σύμφωνα με την παράγραφο 18 του παρόντος ΔΠΕ και, συνεπώς, θα κάνει λιγότερη χρήση του έργου της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου για την απόκτηση επαρκών και κατάλληλων ελεγκτικών τεκμηρίων. Επιπλέον, όπως εξηγείται στο ΔΠΕ 20021, όσο υψηλότεροι είναι οι εκτιμώμενοι κίνδυνοι ουσιώδους σφάλματος, τόσο πιο πειστικά θα πρέπει να είναι τα ελεγκτικά τεκμήρια που απαιτούνται από τον εξωτερικό ελεγκτή και συνεπώς ο εξωτερικός ελεγκτής θα χρειαστεί να εκτελέσει περισσότερες εργασίες απευθείας.

Α21. Όπως εξηγείται στο ΔΠΕ 315 (Αναθεωρημένο)22, οι σημαντικοί κίνδυνοι απαιτούν ειδική αντιμετώπιση κατά τον έλεγχο και ως εκ τούτου η ικανότητα του εξωτερικού ελεγκτή να χρησιμοποιεί το έργο της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου σε σχέση με σημαντικούς κινδύνους περιορίζεται σε διαδικασίες που απαιτούν περιορισμένη κρίση. Επιπλέον, όταν ο κίνδυνος ουσιώδους σφάλματος δεν είναι χαμηλός, τότε η χρήση του έργου της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου είναι απίθανο να μειώσει τον ελεγκτικό κίνδυνο σε αποδεκτά χαμηλό επίπεδο και να εξαλείψει την ανάγκη ο εξωτερικός ελεγκτής να πραγματοποιήσει απευθείας ορισμένες δοκιμασίες.

Α22. Η διενέργεια διαδικασιών σύμφωνα με το παρόν ΔΠΕ μπορεί να αναγκάσει τον εξωτερικό ελεγκτή να επαναξιολογήσει την εκτίμησή του σχετικά με τους κινδύνους ουσιώδους σφάλματος. Συνεπώς, αυτό μπορεί να επηρεάσει την απόφασή του εάν θα χρησιμοποιήσει το έργο της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου και εάν είναι απαραίτητη η περαιτέρω εφαρμογή του παρόντος ΔΠΕ.

Επικοινωνία με τους υπεύθυνους για τη διακυβέρνηση (Αναφ. παρ. 20)

Α23. Σύμφωνα με το ΔΠΕ 260 (Αναθεωρημένο)23, ο εξωτερικός ελεγκτής υποχρεούται να επικοινωνεί στους υπεύθυνους για τη διακυβέρνηση μια σύνοψη του προβλεπόμενου εύρους και χρονοδιαγράμματος του ελέγχου. Η προγραμματισμένη χρήση του έργου της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της συνολικής στρατηγικής ελέγχου του εξωτερικού ελεγκτή και, ως εκ τούτου, αφορά τα άτομα που είναι υπεύθυνα για τη διακυβέρνηση προκειμένου να κατανοήσουν την προτεινόμενη προσέγγιση ελέγχου.

Χρήση του έργου της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου

Συζήτηση και συντονισμός με τη λειτουργία εσωτερικού ελέγχου (Αναφ. παρ. 21)

Α24. Κατά την συζήτηση της προγραμματισμένης χρήσης από τον εξωτερικό ελεγκτή των εργασιών της λειτουργίας του εσωτερικού ελέγχου μπορεί να είναι χρήσιμο για τον συντονισμό των αντίστοιχων δραστηριοτήτων, να τεθούν ως βάση τα εξής:

  • Το χρονοδιάγραμμα αυτής της εργασίας.
  • Η φύση της εργασίας που θα διενεργηθεί.
  • Η έκταση της κάλυψης του ελέγχου.
  • Το ουσιώδες μέγεθος για τις οικονομικές καταστάσεις στο σύνολό τους (και, κατά περίπτωση, το επίπεδο ουσιώδους μεγέθους ή τα επίπεδα για συγκεκριμένες κατηγορίες συναλλαγών, υπολοίπων λογαριασμών ή γνωστοποιήσεων) καθώς και το ουσιώδες μέγεθος εκτέλεσης.
  • Οι προτεινόμενες μέθοδοι επιλογής των μονάδων και το μέγεθος των δειγμάτων.
  • Η τεκμηρίωση του εκτελεσθέντος έργου.
  • Οι διαδικασίες επισκόπησης και αναφοράς.

Α25. Ο συντονισμός μεταξύ του εξωτερικού ελεγκτή και της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου είναι αποτελεσματικός όταν, για παράδειγμα:

  • Οι συζητήσεις λαμβάνουν χώρα σε κατάλληλα χρονικά διαστήματα καθόλη τη διάρκεια της περιόδου.
  • Ο εξωτερικός ελεγκτής ενημερώνει τη λειτουργία εσωτερικού ελέγχου για σημαντικά θέματα που μπορεί να επηρεάσουν τη λειτουργία.
  • Ο εξωτερικός ελεγκτής λαμβάνει γνώση και έχει πρόσβαση σε σχετικές αναφορές της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου και ενημερώνεται για τυχόν σημαντικά θέματα που γίνονται αντιληπτά από τη λειτουργία, όταν τα θέματα αυτά ενδέχεται να επηρεάσουν το έργο του, έτσι ώστε ο εξωτερικός ελεγκτής να μπορεί να εξετάσει τις συνέπειες τέτοιων θεμάτων στην ανάθεση ελέγχου.

Α26. Το ΔΠΕ 20023 εξετάζει τη σημασία του σχεδιασμού και της διενέργειας του ελέγχου από τον ελεγκτή με επαγγελματικό σκεπτικισμό, συμπεριλαμβανομένης της εγρήγορσής του για τυχόν πληροφορίες που θέτουν υπό αμφισβήτηση την αξιοπιστία των εγγράφων και των απαντήσεων σε ερωτήματα που θα χρησιμοποιηθούν ως τεκμήρια ελέγχου. Κατά συνέπεια, η επικοινωνία με τη λειτουργία εσωτερικού ελέγχου καθόλη τη διάρκεια της ανάθεσης μπορεί να προσφέρει ευκαιρίες στους εσωτερικούς ελεγκτές να θέσουν στον εξωτερικό ελεγκτή θέματα που ενδέχεται να επηρεάσουν το έργο του24. Ο εξωτερικός ελεγκτής μπορεί στη συνέχεια να λάβει υπόψη του τις πληροφορίες αυτές για τον εκ μέρους του εντοπισμό και αξιολόγηση των κινδύνων ουσιώδους σφάλματος. Επιπλέον, εάν οι πληροφορίες αυτές είναι, ενδεχομένως, ενδεικτικές αυξημένου κινδύνου ουσιώδους σφάλματος των οικονομικών καταστάσεων ή μπορεί να αφορούν σε οποιαδήποτε πραγματική, υπονοούμενη ή εικαζόμενη απάτη, ο εξωτερικός ελεγκτής μπορεί να το λάβει αυτό υπόψη κατά τον προσδιορισμό του κινδύνου ουσιώδους σφάλματος λόγω απάτης σύμφωνα με το ΔΠΕ 24025.

Διαδικασίες καθορισμού της επάρκειας του έργου της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου (Αναφ. παρ. 23-24)

Α27. Οι διαδικασίες ελέγχου του εξωτερικού ελεγκτή επί του συνόλου του έργου της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου που ο εξωτερικός ελεγκτής σχεδιάζει να χρησιμοποιήσει, παρέχουν βάση για την αξιολόγηση της συνολικής ποιότητας του έργου της λειτουργίας καθώς και για την αντικειμενικότητα με την οποία έχει εκτελεστεί.

Α28. Οι διαδικασίες που μπορεί να εκτελεί ο εξωτερικός ελεγκτής για την αξιολόγηση της ποιότητας του έργου και των συμπερασμάτων στα οποία κατέληξε η λειτουργία εσωτερικού ελέγχου, εκτός από την επανεκτέλεση του έργου, σύμφωνα με την παράγραφο 24, περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:

  • Υποβολή διερευνητικών ερωτημάτων στα κατάλληλα άτομα εντός της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου.
  • Παρατήρηση των διαδικασιών που εκτελούνται από τη λειτουργία εσωτερικού ελέγχου.
  • Επισκόπηση του προγράμματος έργου και των φύλλων εργασίας της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου.

Α29. Όσο μεγαλύτερη είναι η κρίση που ασκείται, όσο μεγαλύτερος είναι ο εκτιμώμενος κίνδυνος ουσιώδους σφάλματος, όσο μικρότερη η επάρκεια με την οποία η οργανωτική δομή της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου και οι σχετικές πολιτικές και διαδικασίες υποστηρίζουν την αντικειμενικότητα των εσωτερικών ελεγκτών ή όσο χαμηλότερο είναι το επίπεδο τεχνικής ικανότητας της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου, τόσο περισσότερες είναι οι διαδικασίες ελέγχου που απαιτείται να διενεργηθούν από τον εξωτερικό ελεγκτή επί του συνολικού έργου της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου προκειμένου να υποστηριχθεί η απόφαση του εξωτερικού ελεγκτή να χρησιμοποιηθεί το έργο της για την απόκτηση επαρκών και κατάλληλων ελεγκτικών τεκμηριων επί των οποίων να στηρίζεται η γνώμη ελέγχου.

Επανεκτέλεση του έργου (Αναφ. παρ. 24)

Α30. Για τους σκοπούς του παρόντος ΔΠΕ, η επανεκτέλεση έργου συνεπάγεται την ανεξάρτητη εκτέλεση διαδικασιών από τον εξωτερικό ελεγκτή για την επικύρωση των συμπερασμάτων στα οποία κατέληξε η λειτουργία εσωτερικού ελέγχου. Ο στόχος αυτός μπορεί να επιτευχθεί με την εξέταση στοιχείων που έχουν ήδη εξεταστεί από τη λειτουργία εσωτερικού ελέγχου ή, όταν αυτό δεν είναι δυνατό, ο ίδιος στόχος μπορεί επίσης να επιτευχθεί με την εξέταση επαρκών λοιπών παρόμοιων στοιχείων που δεν εξετάστηκαν στην πράξη από τη λειτουργία εσωτερικού ελέγχου. Η επανεκτέλεση έργου παρέχει πιο πειστικά τεκμήρια σχετικά με την επάρκεια του έργου της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου συγκριτικά με άλλες διαδικασίες που μπορεί να εκτελέσει ο εξωτερικός ελεγκτής σύμφωνα με την παράγραφο Α28. Παρόλο που δεν είναι απαραίτητο ο εξωτερικός ελεγκτής να πραγματοποιεί επανεκτέλεση της εργασίας σε κάθε περιοχή εργασιών της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου που χρησιμοποιείται, ωστόσο απαιτείται κάποια επανεκτέλεση επί του συνολικού έργου της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου, που ο εξωτερικός ελεγκτής σχεδιάζει να χρησιμοποιήσει, σύμφωνα με την παράγραφο 24. Ο εξωτερικός ελεγκτής είναι πιθανότερο να επικεντρώσει την επανεκτέλεση εργασιών σε εκείνους τους τομείς στους οποίους ασκήθηκε περισσότερη κρίση από τη λειτουργία εσωτερικού ελέγχου κατά τον προγραμματισμό, την εκτέλεση και την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων των ελεγκτικών διαδικασιών, καθώς και σε περιοχές με υψηλότερο κίνδυνο ουσιώδους σφάλματος.

Καθορισμός του εάν, σε ποιους τομείς και σε ποιο βαθμό μπορεί να χρησιμοποιηθεί το έργο της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου για την παροχή άμεσης βοήθειας

Καθορισμός του εάν οι εσωτερικοί ελεγκτές μπορεί να χρησιμοποιηθούν για την παροχή άμεσης βοήθειας για τους σκοπούς του ελέγχου (Αναφ. παρ. 5, 26-28)

Α31. Στις δικαιοδοσίες στις οποίες νόμος ή κανονισμός απαγορεύει στον εξωτερικό ελεγκτή να χρησιμοποιεί τους εσωτερικούς ελεγκτές για την παροχή άμεσης βοήθειας, είναι συναφές οι ελεγκτές του ομίλου να εξετάσουν κατά πόσον η απαγόρευση επεκτείνεται και στους ελεγκτές συστατικών και, αν ναι, να θίξουν το θέμα αυτό κατά την επικοινωνία τους με τους ελεγκτές των συστατικών27.

Α32. Όπως αναφέρεται στην παράγραφο Α7 του παρόντος ΔΠΕ, η αντικειμενικότητα αναφέρεται στην ικανότητα εκτέλεσης του προτεινόμενου έργου χωρίς να επιτρέπεται μεροληψία, σύγκρουση συμφερόντων ή αδικαιολόγητη επιρροή τρίτων που να υπερισχύουν των επαγγελματικών κρίσεων. Κατά την αξιολόγηση της ύπαρξης και της σημαντικότητας των απειλών κατά της αντικειμενικότητας ενός εσωτερικού ελεγκτή, μπορεί να ισχύουν οι ακόλουθοι παράγοντες:

  • Ο βαθμός στον οποίο η οργανωτική δομή και οι σχετικές πολιτικές και διαδικασίες της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου υποστηρίζουν την αντικειμενικότητα των εσωτερικών ελεγκτών26.
  • Οι οικογενειακές και προσωπικές σχέσεις με άτομο που εργάζεται ή είναι υπεύθυνο για την πτυχή της οντότητας με την οποία σχετίζεται το έργο.
  • Η σύνδεση με τον τομέα ή το τμήμα στην οντότητα που σχετίζεται το έργο.
  • Τα σημαντικά οικονομικά συμφέροντα στην οντότητα εκτός από την αμοιβή σύμφωνα με τους όρους που ισχύουν για τους άλλους υπαλλήλους με παρόμοιο επίπεδο ιεραρχίας.

Το υλικό που εκδίδεται από τους σχετικούς επαγγελματικούς οργανισμούς για εσωτερικούς ελεγκτές μπορεί να παρέχει πρόσθετη χρήσιμη καθοδήγηση.

Α33. Ενδέχεται επίσης να υπάρχουν περιστάσεις στις οποίες η σοβαρότητα των απειλών κατά της αντικειμενικότητας ενός εσωτερικού ελεγκτή είναι τέτοια που δεν υπάρχουν μέτρα προστασίας τα οποία θα μπορούσαν να τις μειώσουν σε αποδεκτό επίπεδο. Για παράδειγμα, επειδή η επάρκεια των μέτρων προστασίας επηρεάζεται από τη σπουδαιότητα του έργου στο πλαίσιο του ελέγχου, η παράγραφος 30 (α) και (β) απαγορεύει τη χρήση εσωτερικών ελεγκτών για την παροχή άμεσης βοήθειας σε σχέση με την εκτέλεση διαδικασιών που συνεπάγονται σημαντικές κρίσεις στον έλεγχο ή σχετίζονται με υψηλότερους εκτιμώμενους κινδύνους ουσιώδους σφάλματος όταν η κρίση που απαιτείται για την εκτέλεση των σχετικών ελεγκτικών διαδικασιών ή για την αξιολόγηση των ελεγκτικών τεκμηρίων που συγκεντρώθηκαν είναι περισσότερο από περιορισμένη. Αυτό θα συνέβαινε και στην περίπτωση που η σχετική εργασία δημιουργεί απειλή αυτοεπισκόπησης και για τον λόγο αυτό απαγορεύεται στους εσωτερικούς ελεγκτές να εκτελούν διαδικασίες υπό τις περιστάσεις που περιγράφονται στην παράγραφο 30 (γ) και (δ).

Α34. Κατά την αξιολόγηση του επιπέδου τεχνικής ικανότητας ενός εσωτερικού ελεγκτή, πολλοί από τους παράγοντες της παραγράφου Α8 του παρόντος ΔΠΕ μπορεί επίσης να είναι σχετικοί, εφαρμοζόμενοι στο πλαίσιο των επιμέρους εσωτερικών ελεγκτών και τις εργασίες οι οποίες ενδέχεται να τους ανατεθούν.

Καθορισμός της φύσης και της έκτασης του έργου που ενδέχεται να ανατεθεί στους εσωτερικούς ελεγκτές που παρέχουν άμεση βοήθεια (Αναφ. παρ. 29-31)

Α35. Οι παράγραφοι A15-A22 του παρόντος ΔΠΕ παρέχουν σχετικές οδηγίες για τον προσδιορισμό της φύσης και της έκτασης των εργασιών που ενδέχεται να ανατεθούν στους εσωτερικούς ελεγκτές.

Α36. Κατά τον προσδιορισμό της φύσης του έργου που ενδέχεται να ανατεθεί στους εσωτερικούς ελεγκτές, ο εξωτερικός ελεγκτής φροντίζει να περιορίσει το έργο σε εκείνους τους τομείς που θα ήταν κατάλληλο να ανατεθεί. Παραδείγματα δραστηριοτήτων και καθηκόντων που δεν θα ήταν κατάλληλο να χρησιμοποιηθούν εσωτερικοί ελεγκτές για άμεση βοήθεια περιλαμβάνουν τα εξής:

  • Συζήτηση για τους κινδύνους απάτης. Ωστόσο, οι εξωτερικοί ελεγκτές μπορούν να θέσουν διερευνητικά ερωτήματα στους εσωτερικούς ελεγκτές σχετικά με τους κινδύνους απάτης στον οργανισμό, σύμφωνα με το ΔΠΕ 315 (Αναθεωρημένο)27.
  • Προσδιορισμός των αιφνιδιαστικών διαδικασιών ελέγχου που αναφέρονται στο ΔΠΕ 240.

Α37. Ομοίως, δεδομένου ότι, σύμφωνα με το ΔΠΕ 50528, ο εξωτερικός ελεγκτής υποχρεούται να διατηρεί τον έλεγχο των αιτημάτων εξωτερικών επιβεβαιώσεων και να αξιολογεί τα αποτελέσματα των εξωτερικών διαδικασιών επιβεβαίωσης, δεν θα ήταν σκόπιμο να ανατεθούν οι αρμοδιότητες αυτές στους εσωτερικούς ελεγκτές. Εντούτοις, οι εσωτερικοί ελεγκτές μπορούν να βοηθήσουν στη συγκέντρωση πληροφοριών που είναι απαραίτητες στον εξωτερικό ελεγκτή ώστε να επιλύσει εξαιρέσεις στις απαντήσεις επιβεβαίωσης.

Α38. Το ύψος της κρίσης και ο κίνδυνος ουσιώδους σφάλματος είναι επίσης σημαντικοί παράγοντες για τον καθορισμό των εργασιών που ενδέχεται να ανατεθούν στους εσωτερικούς ελεγκτές οι οποίοι παρέχουν άμεση βοήθεια. Για παράδειγμα, σε περιπτώσεις όπου η αποτίμηση των εισπρακτέων λογαριασμών εκτιμάται ως περιοχή υψηλότερου κινδύνου, ο εξωτερικός ελεγκτής μπορεί να αναθέσει τον έλεγχο της ακρίβειας της χρονικής ενηλικίωσης σε έναν εσωτερικό ελεγκτή που παρέχει άμεση βοήθεια. Ωστόσο, επειδή η αξιολόγηση της επάρκειας της πρόβλεψης που βασίζεται στη χρονική ενηλικίωση θα ενείχε περισσότερη από περιορισμένη κρίση, δεν θα ήταν σκόπιμο να ανατεθεί η τελευταία αυτή διαδικασία σε έναν εσωτερικό ελεγκτή που παρέχει άμεση βοήθεια.

Α39. Παρά την διεύθυνση, την εποπτεία και την επισκόπηση από τον εξωτερικό ελεγκτή, η υπερβολική χρήση των εσωτερικών ελεγκτών για την παροχή άμεσης βοήθειας μπορεί να επηρεάσει τις αντιλήψεις σχετικά με την ανεξαρτησία της ανάθεσης του εξωτερικού ελέγχου.

Χρήση εσωτερικών ελεγκτών για την παροχή άμεσης βοήθειας (Αναφ. παρ.34)

Α40. Δεδομένου ότι τα άτομα της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου δεν είναι ανεξάρτητα από την οντότητα, όπως απαιτείται για τον εξωτερικό ελεγκτή κατά την έκφραση γνώμης για τις οικονομικές καταστάσεις, η διεύθυνση, η εποπτεία και η επισκόπηση του έργου των εσωτερικών ελεγκτών που παρέχουν άμεση βοήθεια γενικά θα είναι διαφορετικής φύσης και πιο εκτεταμένη από ό,τι εάν τα μέλη της ομάδας ανάθεσης εκτελούσαν το έργο.

Α41. Κατά την διεύθυνση των εσωτερικών ελεγκτών, ο εξωτερικός ελεγκτής μπορεί, για παράδειγμα, να υπενθυμίσει στους εσωτερικούς ελεγκτές να θέσουν υπόψη του τα θέματα λογιστικής και ελεγκτικής που εντοπίστηκαν κατά τον έλεγχο. Κατά την επισκόπηση των εργασιών που εκτελέστηκαν από τους εσωτερικούς ελεγκτές, οι εκτιμήσεις του εξωτερικού ελεγκτή περιλαμβάνουν το εάν τα τεκμήρια που συγκεντρώθηκαν είναι επαρκή και κατάλληλα υπό τις περιστάσεις καθώς και το γεγονός ότι υποστηρίζουν τα συμπεράσματα στα οποία ο ίδιος κατέληξε.

Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Ο Πρόεδρος

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΑΠΑΔΕΑΣ

 

Πηγή: www.forin.gr

 

Αθήνα, 03.12.2019

Αριθμ. Πρωτ.: 2502 ΕΞ
ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΛΟΓΙΣΤΙΚΗΣ ΤΥΠΟΠΟΙΗΣΗΣ & ΕΛΕΓΧΩΝ Ν.Π.Δ.Δ.
ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΛΟΓΙΣΤΙΚΗΣ ΤΥΠΟΠΟΙΗΣΗΣ (ΣΛΟΤ)

 

ΣΛΟΤ 2502/2019

 

ΘΕΜΑ : Αποθεματικό από Διαγραφή Χρέους

 

ΕΡΩΤΗΜΑ

 

Παρακαλώ όπως με ενημερώσετε για την εγγραφή σχετικά με την δημιουργία ειδικού αποθεματικού που πρέπει να γίνει σε επιχείρηση παροχής υπηρεσιών Α, η οποία διακανόνισε εξωδικαστικά με τράπεζα μέρος πόσου δάνειου της, κάτι το οποίο είχε ως αποτέλεσμα η τράπεζα να της διαγράψει από απαίτηση, πόσο 159.000 ευρώ.

Βάσει του άρθρου 62,παραγρ 1, ν. 4389/2016 η ωφελεία νομικού πρόσωπου, η οποία προκύπτει από την διαγράφη χρέους μέρους ή συνόλου του προς πιστωτικό ίδρυμα, δεν θεωρείται δωρεά και απαλλάσσεται του φόρου εισοδήματος. Με την Ε 2021/2019 εγκύκλιο του Υπουργείου Οικονομικών, παράγραφος 2, δίνονται οδηγίες για την αντιμετώπιση του πόσου αυτού στην δήλωση φορολογίας εισοδήματος (έντυπο Ν) και επιπλέον αναφέρεται ότι το πόσο αυτό παρακολουθείται σε ειδικό αποθεματικό , καθόσον σε περίπτωση διανομής έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παραγράφου 1, του άρθρου 47 του ν. 4172/2013.

Το θέμα για την εγγραφή του αποθεματικού προκύπτει στην περίπτωση της εταιρείας Α, η οποία στον ισολογισμό της 31/12/2018, όπου πρέπει να γίνει και ο παραπάνω απαιτούμενος σχηματισμός αποθεματικού, εμφανίζει σωρευμένες λογιστικές ζημίες 600.000 ευρώ, όταν το ποσό που διαγράφηκε από την τράπεζα ήταν 159.000 ευρώ. Αφού δεν έχω να μοιράσω κέρδη με ποιον τρόπο θα σχηματίσω λογιστικά το ειδικό αποθεματικό που μου ζητεί ο φορολογικός νομοθέτης;
Περισσότερο δε που η εταιρεία θα μπει σε λύση και εκκαθάριση μέσα στο 2019.
Πώς θα διαγράψω αυτό το αποθεματικό λογιστικά;
Πιστώνοντας τις ζημίες που φαίνονται στον ισολογισμό;

 

 

ΑΠΑΝΤΗΣΗ

 

Στις παραγράφους 22.8.1 και 22.8.2 της Λογιστικής Οδηγίας της ΕΛΤΕ για την εφαρμογή του ν. 4308/2014 αναφέρεται ότι, η, για οποιονδήποτε λόγο τροποποίηση όρων μιας χρηματοοικονομικής υποχρέωσης αντιμετωπίζεται ως παύση καταχώρισης (διαγραφή) της αρχικής και καταχώριση νέας υποχρέωσης, εάν οι όροι της αρχικής και της νέας υποχρέωσης διαφέρουν ουσιωδώς.

Επειδή τα Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα (ν. 4308/2014) δεν παρέχουν καθοδήγηση, αναφορικά με την διαπίστωση του ουσιώδους της διαφοράς των όρων, βάσει της παραγράφου 7 του άρθρου 17 του ως άνω νόμου, δύναται να αναζητηθεί ερμηνευτική καθοδήγηση από τα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Αναφοράς.

Στην παράγραφο Β3.3.6 του ΔΠΧΑ 9 ορίζεται ότι «οι όροι διαφέρουν ουσιωδώς εάν η προεξοφλημένη παρούσα αξία των ταμειακών ροών, βάσει των νέων όρων, περιλαμβανομένων οποιωνδήποτε αμοιβών έχουν καταβληθεί και αφαιρουμένων οποιωνδήποτε αμοιβών ελήφθησαν και προεξοφλήθηκαν με τη χρήση του αρχικού πραγματικού επιτοκίου, διαφέρει κατά τουλάχιστον 10 τοις εκατό από την προεξοφλημένη παρούσα αξία των ταμειακών ροών που απομένουν από την αρχική χρηματοοικονομική υποχρέωση».

Στην παράγραφο 22.9.1 της Λογιστικής Οδηγίας της ΕΛΤΕ για την εφαρμογή του ν. 4308/2014 αναφέρεται ότι «σε περιπτώσεις σημαντικών έντοκων υποχρεώσεων, τόσο από πλευράς αξίας όσο και από πλευράς τροποποίησης των όρων, ενδεχομένως να απαιτείται προεξόφληση των νέων χρηματορροών που προκύπτουν από την τροποποίηση με το επιτόκιο της υποχρέωσης, προκειμένου να προσδιορισθεί ακριβέστερα το ποσό του προκύπτοντος αποτελέσματος με στόχο την εύλογη παρουσίαση των χρηματοοικονομικών καταστάσεων».

Από την φορολογική νομοθεσία προβλέπεται ότι το κέρδος από την διαγραφή μέρους του δανείου καταχωρίζεται στην καθαρή θέση ως «ειδικό αποθεματικό». Το εν λόγω αποθεματικό θα σχηματιστεί στην φορολογική βάση, ανεξάρτητα από την ύπαρξη λογιστικών κερδών στην περίοδο ή μεταφερόμενων λογιστικών ζημιών προηγουμένων χρήσεων.

Σχετική είναι και η γνωμοδότηση του ΣΛΟΤ 1367/23.06.2016, όπου αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι: «τα αφορολόγητα αποθεματικά σχηματίζονται με βάση τα φορολογητέα αποτελέσματα της περιόδου, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα λογιστικά κέρδη».

Στην παράγραφο 5 του άρθρου 3 του ν. 4308/2014 αναφέρεται ότι: «Το λογιστικό σύστημα της οντότητας απαιτείται να παρακολουθεί τη λογιστική βάση των στοιχείων των εσόδων, εξόδων, περιουσιακών στοιχείων, υποχρεώσεων και καθαρής θέσης, κατά περίπτωση, με σκοπό την κατάρτιση των χρηματοοικονομικών καταστάσεων της οντότητας, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο. Το λογιστικό σύστημα της οντότητας απαιτείται να παρακολουθεί και τη φορολογική βάση των στοιχείων των εσόδων, εξόδων, περιουσιακών στοιχείων, υποχρεώσεων και καθαρής θέσης, κατά περίπτωση, με σκοπό τη συμμόρφωση με τη φορολογική νομοθεσία και την υποβολή φορολογικών δηλώσεων.». Επομένως, στα Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα γίνεται σαφής διαχωρισμός της λογιστικής από την φορολογική βάση των στοιχείων των χρηματοοικονομικών καταστάσεων.

Με βάση τα ανωτέρω:
• Στην λογιστική βάση, η διαφορά μεταξύ της λογιστικής αξίας του δανείου προ της διαγραφής και της λογιστικής αξίας του νέου δανείου, υπολογιζόμενης σύμφωνα με τις οδηγίες της προαναφερόμενης παραγράφου Β3.3.6 του ΔΠΧΑ 9, θα καταχωριστεί στα αποτελέσματα.
• Στην φορολογική βάση, το ποσό του δανείου που διαγράφηκε θα καταχωριστεί απευθείας στην καθαρή θέση ως «ειδικό αποθεματικό».

Κατά την διαδικασία ολοκλήρωσης της εκκαθάρισης, με την διανομή του καθαρού προϊόντος της εκκαθάρισης στους μετόχους, όλα τα στοιχεία της καθαρής θέσης, τόσο της λογιστικής, όσο και της φορολογικής βάσης θα διαγραφούν.

Όσον αφορά τις φορολογικές επιδράσεις του θέματος, αρμόδιο να απαντήσει είναι το Υπουργείο Οικονομικών.

 

 

ΤΑ ΜΕΛΗ

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΣΛΟΤ

Ελένη Ρογδάκη – Χαραμή

Χαράλαμπος Ξένος

 

Διονύσιος Παπαγεωργακόπουλος

 

 

Χαράλαμπος Συρούνης

 

 

Νικόλαος Σγουρινάκης

 


Πηγή: www.elte.org.gr

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ 022/2019

Έλεγχοι επενδυτικών σχεδίων από ορκωτούς ελεγκτές λογιστές ή ελεγκτικές εταιρείες


Η ΕΛΤΕ ανακοινώνει ότι δημοσιεύτηκαν στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης η Υπουργική Απόφαση (ΥΑ) από τον Υπουργό Ανάπτυξης & Επενδύσεων (ΥΑ 133829/23-12-2019/ΦΕΚ 4789/Β/24-12-2019) και η Κοινή Υπουργική Απόφαση (Κ.Υ.Α. 134020/23.12.2019/ΦΕΚ 4767/Β/24-12-2019) μαζί με τον Υφυπουργό Οικονομικών, για τον καθορισμό του Διεθνούς Ελεγκτικού Προτύπου, βάσει του οποίου θα διενεργούνται οι έλεγχοι για την ολοκλήρωση των επενδυτικών σχεδίων του αναπτυξιακού νόμου από ορκωτούς ελεγκτές – λογιστές ή ελεγκτικές εταιρείες.

Οι συγκεκριμένες Υπουργικές Αποφάσεις εκδίδονται σε εφαρμογή του Επενδυτικού Νόμου «Επενδύω στην Ελλάδα» (Ν. 4635/2019) και έχουν πεδίο εφαρμογής όλα τα επενδυτικά σχέδια που έχουν υπαχθεί σε όλα τα καθεστώτα ενίσχυσης του Αναπτυξιακού Νόμου 4399/2016, ενώ αναλογικά εφαρμόζονται και στα επενδυτικά σχέδια των Νόμων 3908/20113299/2004 και 2601/1998.

Αναλυτικότερα, οι ορκωτοί ελεγκτές λογιστές θα συντάσσουν και θα υποβάλλουν την «έκθεση διασφάλισης» σύμφωνα με το Διεθνές Πρότυπο Αναθέσεων Διασφάλισης 3000. Παράλληλα, αναλαμβάνουν να συνυποβάλλουν και οποιαδήποτε επιπλέον έκθεση απαιτείται από τις λοιπές επαγγελματικές ειδικότητες (πολιτικοί μηχανικοί, μηχανολόγοι, κλπ) ανάλογα με το είδος και τους όρους υπαγωγής της επένδυσης.
 

Ο Α’ Αντιπρόεδρος της ΕΛΤΕ
Παναγιώτης Γιαννόπουλος

 

 Πηγή: taxheaven.gr

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ 016/2019

«Αξιολογώντας τον ρόλο και την αποτελεσματικότητα των Επιτροπών Ελέγχου»


Εκδήλωση με θέμα «Αξιολογώντας τον ρόλο και την αποτελεσματικότητα των Επιτροπών Ελέγχου», διοργανώθηκε από την ΕΛΤΕ την Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2019.

Την εκδήλωση άνοιξε με χαιρετισμό του ο υφυπουργός Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Νίκος Παπαθανάσης, ο οποίος αναφέρθηκε στις πρωτοβουλίες της κυβέρνησης για τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος. «Κρινόμαστε από το πόσο γρήγορα θα φέρουμε την ανάπτυξη. Στέλνουμε θετικά μηνύματα στις αγορές και μέχρι τώρα έχουμε δει χαμηλότερα επιτόκια και αυξημένο επενδυτικό ενδιαφέρον. Η ανάπτυξη είναι ένα ζήτημα που δεν χαρίζεται» τόνισε ο υφυπουργός Ανάπτυξης και Επενδύσεων, ενώ υπογράμμισε τη σημασία της εταιρικής διακυβέρνησης προς αυτή την κατεύθυνση.

Χαιρετισμό επίσης απηύθυνε η Πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, Βασιλική Λαζαράκου και ο Πρόεδρος του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, Κωνσταντίνος Κόλλιας.

Ο Α΄ Αντιπρόεδρος της ΕΛΤΕ, Παναγιώτης Γιαννόπουλος, παρουσίασε τα βασικά αποτελέσματα της έρευνας που διεξήχθη από την ΕΛΤΕ για τον ρόλο και την αποτελεσματικότητα των Επιτροπών Ελέγχου. Στο πλαίσιο της έρευνας απεστάλησαν ερωτηματολόγια σε 224 οντότητες δημοσίου συμφέροντος (ΟΔΣ) ενώ ζητήθηκαν, κυρίως από τις εταιρείες του δείκτη FTSE/AthexLargeCap, τα πρακτικά των Επιτροπών Ελέγχου.

Από την επεξεργασία και ανάλυση των ερωτηματολογίων προέκυψαν τα εξής:

Σύνθεση & Δεξιότητες των Επιτροπών Ελέγχου

Το 96% απάντησε ότι τουλάχιστον ένα μέλος της Επιτροπής Ελέγχου είχε επαρκείς γνώσεις λογιστικής ή/και ελεγκτικής, όλα τα μέλη στο σύνολό τους διέθεταν εμπειρία σχετικά με τον τομέα που δραστηριοποιείται η οντότητα, ενώ τα μέλη στην πλειονότητά τους, ήταν ανεξάρτητα από αυτή.

Επικοινωνία Επιτροπών Ελέγχου με τη Διοίκηση

Το 94% απάντησε ότι η Επιτροπή Ελέγχου πληροφόρησε τη Διοίκηση σχετικά με το αποτέλεσμα του υποχρεωτικού ελέγχου, παρείχε επεξηγήσεις σχετικά με τον ρόλο της στον υποχρεωτικό έλεγχο καθώς και με τον τρόπο που ο έλεγχος συνέβαλε στην ακεραιότητα της χρηματοοικονομικής πληροφόρησης. Όσον αφορά τις συναντήσεις της Επιτροπής Ελέγχου με τη Διοίκηση, το 31% δήλωσε από μία (1) έως τρεις (3) φορές ετησίως ενώ το 69% τέσσερις (4 )ή και περισσότερες ανά έτος.

Ανεξαρτησία


Το 85% απάντησε ότι η Επιτροπή Ελέγχου έλαβε υπόψη της τη μελλοντική συμμόρφωση με το επιτρεπόμενο ανώτατο όριο αμοιβών-fee cap του 70% για επιτρεπόμενες μη ελεγκτικές υπηρεσίες, καθώς επίσης ότι έλαβε γραπτή αξιολόγηση από τους ελεγκτές σχετικά με τις απειλές του ελέγχου και τις διασφαλίσεις για την εξάλειψή τους.

Διαδικασία Επιλογής Ελεγκτή

Το 20% απάντησε ότι υπήρξε νέα ανάθεση ή ανανέωση της ανάθεσης του ελεγκτή μετά από διαγωνιστική διαδικασία, ενώ στις μισές περιπτώσεις η Επιτροπή Ελέγχου ανέλαβε εξ’ ολοκλήρου την ευθύνη με τη λήψη τριών τουλάχιστον προσφορών.

Εποπτεία Ελεγκτή

Το 92% απάντησε ότι παρακολούθησε την απόδοση του υποχρεωτικού ελέγχου και πως ο ελεγκτής υπέβαλε τη συμπληρωματική έκθεση στην Επιτροπή Ελέγχου συζητώντας παράλληλα τα σημαντικότερα θέματα ελέγχου.

Διαδικασία Χρηματοοικονομικής Αναφοράς και Εσωτερικού Ελέγχου

Το 91% απάντησε ότι η Επιτροπή Ελέγχου παρακολούθησε τη διαδικασία χρηματοοικονομικής πληροφόρησης της οντότητας, υπέβαλε συστάσεις ή προτάσεις για τη διασφάλιση της ακεραιότητας της χρηματοοικονομικής πληροφόρησης και παρακολούθησε την αποτελεσματικότητα των συστημάτων του εσωτερικού ελέγχου και της διαχείρισης κινδύνου.

Από τη δειγματοληπτική επισκόπηση των πρακτικών των επιτροπών ελέγχου διαπιστώθηκαν τα εξής:

-  Αν και οι απαντήσεις των οντοτήτων στα ερωτηματολόγια καταδεικνύουν πως οι Επιτροπές Ελέγχου συμμορφώνονται με τις διατάξεις του νόμου, η εξέταση των πρακτικών των συνεδριάσεων των Επιτροπών Ελέγχων δεν αποδεικνύει τα ανωτέρω.
-  Στις περισσότερες περιπτώσεις η ΕΛΤΕ διαπίστωσε έλλειψη επαρκούς τεκμηρίωσης ή και καθόλου τεκμηρίωση στα πρακτικά, καθώς και ζητήματα που χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης.  
-  Παρόλο που ο ρόλος των Επιτροπών Ελέγχου ήταν υποβαθμισμένος από τις οντότητες, αυτό φαίνεται να αλλάζει εξαιτίας και του νέου θεσμικού πλαισίου αλλά και του ρόλου που διαδραματίζουν οι εποπτικές αρχές.
-  Οι μέτοχοι των εταιρειών δεν γνωρίζουν τη σπουδαιότητα των Επιτροπών Ελέγχου στο πλαίσιο του συστήματος διακυβέρνησης των επιχειρήσεων και την ενίσχυση της εμπιστοσύνης όλων των ενδιαφερόμενων αλλά κυρίως του επενδυτικού κοινού.

Στη συνέχεια ακολούθησε ομιλία του Paul Koster, Διευθύνοντα Συμβούλου VEB (Dutch Shareholders Association) και Προέδρου των Ευρωπαίων Επενδυτών ο οποίος παρουσίασε τη σημασία του ρόλου και της αποτελεσματικότητας των Επιτροπών Ελέγχου από την κριτική οπτική των επενδυτών στην Ευρώπη. Επισήμανε πως οι επενδυτές πλέον επενδύουν βάσει των κριτηρίων ESG – Περιβαλλοντικά (Environmental), Κοινωνικά (Social) και Εταιρικής Διακυβέρνησης (Governance), καθώς αυτά αποτυπώνουν την ορθότητα των εταιρικών διαδικασιών σε θέματα όπως οι περιβαλλοντικές πρακτικές, η διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού και των πελατών, η ηγεσία της εταιρείας και ο εσωτερικός έλεγχος.

Η εκδήλωση έκλεισε με συζήτηση panel με συμμετέχοντες τους κ.κ. Paul Koster, Σπύρο Λορεντζιάδη, Ορκωτό Ελεγκτή Λογιστή, μη εκτελεστικό μέλος στο Δ.Σ. και Πρόεδρο της Επιτροπής Ελέγχου στην ΕΕΣΥΠ και τον Νικόλαο Κονταρούδη, Α΄ Αντιπρόεδρο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς με συντονιστή τον Α΄ Αντιπρόεδρο της ΕΛΤΕ Παναγιώτη Γιαννόπουλο.

 


Ο Α΄ Αντιπρόεδρος της ΕΛΤΕ

Παναγιώτης Γιαννόπουλος

 

Πηγή: Taxheaven

ΣΛΟΤ Αριθμ. Πρωτ.: 2078 ΕΞ / 09.10.2019

Αθήνα, 09.10.2019

Αριθμ. Πρωτ.: 2078 ΕΞ
ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΛΟΓΙΣΤΙΚΗΣ ΤΥΠΟΠΟΙΗΣΗΣ & ΕΛΕΓΧΩΝ Ν.Π.Δ.Δ.
ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΛΟΓΙΣΤΙΚΗΣ ΤΥΠΟΠΟΙΗΣΗΣ (ΣΛΟΤ)

 

ΣΛΟΤ 2078/2019

 

ΘΕΜΑ : Παρουσίαση του Λογ. 48 στον Ισολογισμό του υποκαταστήματος

 

ΕΡΩΤΗΜΑ

Είμαστε υποκατάστημα κυπριακής εταιρείας στην Ελλάδα και για τις δοσοληψίες με το κεντρικό χρησιμοποιούμε τον λογαριασμό 48 (Λογαριασμοί συνδέσμου).


Το ερώτημα αφορά στον τρόπο χειρισμού του συγκεκριμένου λογαριασμού από την πλευρά του υποκαταστήματος στο τέλος της χρήσης. Δηλαδή, το υπόλοιπο του συγκεκριμένου λογαριασμού, την 31/12, σε ποιον λογαριασμό του Ισολογισμού (υποκαταστήματος) θα πρέπει να εμφανιστεί;

 

ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Στον λογαριασμό 48 «Λογαριασμοί συνδέσμου με τα υποκαταστήματα», ή στον λογαριασμό 81 «Δοσοληπτικοί λογαριασμοί υποκαταστημάτων αυτοτελούς παρακολούθησης», εφόσον χρησιμοποιείται το Σχέδιο Λογαριασμών των Ε.Λ.Π (ν. 4308/2014), παρακολουθούνται οι δοσοληψίες μεταξύ κεντρικού και υποκαταστημάτων της οικονομικής μονάδας, στις περιπτώσεις εκείνες που τα υποκαταστήματα έχουν λογιστική αυτοτέλεια. Σημειώνεται ότι λογιστική αυτοτέλεια έχουν υποχρεωτικά τα καταστήματα των αλλοδαπών εταιρειών.


Προκειμένου να καταρτιστεί ο ισολογισμός και η κατάσταση αποτελεσμάτων της εταιρείας είναι αναγκαίο, τόσο το κεντρικό κατάστημα, όσο και τα υποκαταστήματα να συντάξουν τους δικούς τους ισολογισμούς και καταστάσεις αποτελεσμάτων. Στους ισολογισμούς των υποκαταστημάτων ο λογαριασμός 48 εμφανίζεται και αντιπροσωπεύει την καθαρή θέση του κάθε υποκαταστήματος, η οποία είναι θετική, αν το υπόλοιπο του λογαριασμού 48 είναι πιστωτικό και αρνητική αν το υπόλοιπο του λογαριασμού 48 είναι χρεωστικό. Διευκρινίζεται ότι αν υπάρχουν δοσοληψίες μεταξύ των υποκαταστημάτων και, κατά συνέπεια, υπόλοιπα στον λογαριασμό 48, τα υπόλοιπα αυτά μεταφέρονται στο λογαριασμό συνδέσμου «Κεντρικό κατάστημα». Έτσι, το υπόλοιπο του λογαριασμού 48 κάθε υποκαταστήματος, αντιπροσωπεύει μία υποχρέωση (ή απαίτηση) προς το κεντρικό κατάστημα. Είναι αυτονόητο ότι πριν καταρτιστούν οι ισολογισμοί του κεντρικού και των υποκαταστημάτων, πρέπει να διενεργηθούν σχετικές συμφωνίες των υπολοίπων των λογαριασμών συνδέσμου, ώστε το πιστωτικό υπόλοιπο που εμφανίζεται στον ισολογισμό κάθε υποκαταστήματος να αντικρίζεται με το ισόποσο χρεωστικό υπόλοιπο στον ισολογισμό του κεντρικού καταστήματος.

 

Όπως οριζόταν και στο Ε.Γ.Λ.Σ, ο λογαριασμός 48 δεν εμφανίζεται στον ισολογισμό τέλους χρήσεως. Το υπόλοιπο του λογαριασμού αυτού συμψηφίζεται κατά την ενσωμάτωση των ισολογισμών (ατελών) των υποκαταστημάτων στον ισολογισμό (γενικό) της οικονομικής μονάδας, κατά την οποία ενσωμάτωση συμψηφίζονται αμοιβαία οι λογαριασμοί συνδέσμου που αφορούν δοσοληψίες μεταξύ των υποκαταστημάτων και του κεντρικού. Κατά την ενσωμάτωση αυτή συμψηφίζονται και τα υπολογιστικά ποσά εσόδων ή εξόδων, τα οποία είχαν ενδεχομένως λογιστεί κατά τις μεταξύ υποκαταστημάτων ή μεταξύ υποκαταστημάτων και κεντρικού δοσοληψίες.

 

 

 

ΤΑ ΜΕΛΗ

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΣΛΟΤ

Ελένη Ρογδάκη – Χαραμή

Χαράλαμπος Ξένος

 

Διονύσιος Παπαγεωργακόπουλος

 

 

Χαράλαμπος Συρούνης

 

 

Νικόλαος Σγουρινάκης

 

 

Πηγή: ΕΛΤΕ

Η νέα ευρωπαϊκή νομοθεσία για την ψηφιακή αναφορά επιβάλλει σημαντικές αλλαγές στη δημοσίευση των χρηματοοικονομικών καταστάσεων των εισηγμένων εταιρειών και στις εκδιδόμενες επί αυτών εκθέσεις  ελέγχου των Ορκωτών Ελεγκτών - Λογιστών.

Παρά το γεγονός ότι η τεχνολογία εξελίσσεται με ραγδαίους ρυθμούς, επηρεάζοντας αρκετούς τομείς της ζωής μας, η μορφή παρουσίασης των ετήσιων εκθέσεων των εισηγμένων εταιρειών των πρόσφατων ετών δεν διαφέρει ουσιωδώς από εκείνη του 2003 ή ακόμα και του 1993.

Ο τρόπος αναφοράς που βασίζεται στο χαρτί και που είναι αναγνώσιμος μόνο από ανθρώπινο μάτι, φαίνεται να αποτελεί παρελθόν με τη νέα ευρωπαϊκή απαίτηση για την ψηφιακή χρηματοοικονομική αναφορά, ως αποτέλεσμα της Οδηγίας 2004/109/ΕΕ για τη Διαφάνεια (Τransparency Directive), όπως τροποποιήθηκε από την Οδηγία 2013/50/EE.

Το Νέο Πλαίσιο

Για τις ετήσιες περιόδους που αρχίζουν από την 1η Ιανουαρίου 2020, αλλάζει ο τρόπος υποβολής των χρηματοοικονομικών αναφορών για τις εισηγμένες εταιρείες που δραστηριοποιούνται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Αγοράς.

Η νέα φόρμα υποβολής των χρηματοοικονομικών αναφορών, σύμφωνα με τον Κανονισμό 815/2018 της ΕΕ, πρέπει να είναι σύμφωνη με το Ενιαίο Ευρωπαϊκό Ηλεκτρονικό Μορφότυπο (European Single Electronic Format /ESEF).

Για την υλοποίηση του ESEF, η ΕΕ ανάθεσε στην Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (European Securities and Markets Authority, ESMA) τον σχεδιασμό ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων (regulatory technical standards/RTS).

Το νέο πλαίσιο εισάγει δύο (2) νέες υποχρεώσεις για τις εισηγμένες εταιρείες:

- Πρώτον, όλες οι χρηματοοικονομικές αναφορές (οικονομικές καταστάσεις, κατάσταση ταμειακών ροών κ.λπ.) πρέπει να υποβάλλονται σε μορφή XHTML (Extensible Hypertext Markup Language) καθιστώντας τες αναγνώσιμες τόσο με ανθρώπινο μάτι όσο και με λογισμικά προγράμματα και  

- Δεύτερον, όταν οι χρηματοοικονομικές αναφορές περιέχουν ενοποιημένες χρηματοοικονομικές καταστάσεις σύμφωνα με τα ΔΠΧΑ, αυτές πρέπει να επισημαίνονται με ετικέτες (tags) σε μορφή XBRL (EXtensible Business Reporting Language) και να ενσωματώνονται στο XHTML χρησιμοποιώντας την τεχνολογία Inline XBRL. Με τη μορφή αυτή οι οικονομικές καταστάσεις καθίστανται δομημένες και αναγνώσιμες με μηχανική επεξεργασία (Machine-Readable).

Η ταξινομία (taxonomy) που πρέπει να χρησιμοποιείται για τη χρήση της γλώσσας XBRL, βασίζεται τόσο στην ταξινομία των ΔΠΧΑ (IFRS Taxonomy) που έχει θεσπίσει το IFRS Foundation όσο και σε πρόσθετες  απαιτήσεις που έχει θεσπίσει η ESMA.

Όπως φαίνεται στον παρακάτω πίνακα, η ετικέτα (tag) XBRL των πινάκων των χρηματοοικονομικών καταστάσεων θα είναι υποχρεωτική για τις περιόδους που αρχίζουν την ή μετά την 1η Ιανουαρίου 2020, ενώ η ετικέτα (tag) XBRL των σημειώσεων (προσάρτημα) των χρηματοοικονομικών καταστάσεων, τίθενται σε ισχύ δύο χρόνια αργότερα.  



Πλεονεκτήματα από την εφαρμογή του ESEF

Με το ESEF, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στοχεύει στην ενίσχυση της διαφάνειας, της ανάλυσης και της συγκρισιμότητας των χρηματοοικονομικών καταστάσεων βελτιώνοντας έτσι τα οφέλη για τους χρήστες τους. Παράλληλα, περιορίζονται δραστικά τα σφάλματα δεδομένου ότι η ανάλυση και επεξεργασία των χρηματοοικονομικών πληροφοριών θα διενεργείται πλέον με ψηφιακό τρόπο.

Επιπλέον, η χρήση ετικέτας (tag) XBRL που καθιερώνεται, συμβάλλει στην αντιμετώπιση των δυσκολιών ανταλλαγής και διανομής πληροφοριών μεταξύ διαφορετικών συστημάτων. Η XBRL είναι παγιωμένη και χρησιμοποιείται σε πολλές δικαιοδοσίες και είναι σήμερα η μόνη κατάλληλη γλώσσα για τη σήμανση οικονομικών καταστάσεων.

Ο ρόλος των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών
 
Η εμπλοκή και ο ρόλος των ορκωτών ελεγκτών λογιστών στη νέα αυτή μορφή υποβολής των χρηματοοικονομικών αναφορών (ESEF) από τις εισηγμένες εταιρείες δεν έχει ακόμα αποσαφηνιστεί, καθώς δεν υπάρχει πρόβλεψη σε καμία από τις σχετικές Ευρωπαϊκές Οδηγίες (Auditing, Accounting, Transparency Directive) και ως εκ τούτου απαιτούνται ορισμένες προσαρμογές σε ευρωπαϊκό ή εθνικό επίπεδο.

Για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ο Κανονισμός του ESEF αποτελεί ένα δεσμευτικό νομικό μέσο, και οι προβλέψεις που περιλαμβάνονται σε αυτό, θεωρούνται ως "Κανονιστικές απαιτήσεις (Statutory Requirements)" κατά την έννοια του άρθρου 28 παρ. 2 της ελεγκτικής οδηγίας. Το ίδιο προβλέπεται και στην αιτιολογική έκθεση του Κανονισμού για το ESEF.

Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, οι ορκωτοί ελεγκτές λογιστές πρέπει να συμπεριλαμβάνουν στην έκθεση ελέγχου διατύπωση γνώμης αναφορικά με το:

α) εάν οι χρηματοοικονομικές καταστάσεις παρέχουν μια πραγματική και δίκαιη εικόνα σύμφωνα με το σχετικό πλαίσιο χρηματοοικονομικής αναφοράς και

β) εάν οι χρηματοοικονομικές καταστάσεις πληρούν τις απαιτήσεις του Κανονισμού του ESEF.

Δεδομένου όμως ότι απαιτείται περαιτέρω έλεγχος κατά την υποβολή των ελεγμένων χρηματοοικονομικών καταστάσεων στη μορφή του XBRL, δηλαδή αν η μορφή XBRL περιέχει τις εγκεκριμένες χρηματοοικονομικές καταστάσεις σύμφωνα με τις τεχνικές προδιαγραφές που έχουν τεθεί, οι εποπτικές αρχές σε ευρωπαϊκό επίπεδο έχουν εξετάσει διάφορα σενάρια για τη διασφάλιση (assurance) που θα μπορούσαν να παρέχουν οι ορκωτοί ελεγκτές λογιστές.

Τα σενάρια που τελικώς φαίνεται να προκρίνονται είναι, είτε η διασφάλιση να παρέχεται σε ξεχωριστή παράγραφο της έκθεσης ελέγχου, είτε η διασφάλιση να παρέχεται σε ξεχωριστή έκθεση. Σίγουρα όμως σε κάθε περίπτωση, θα απαιτηθούν αλλαγές στον σχεδιασμό και στις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθηθούν από τους ορκωτούς ελεγκτές λογιστές και τις ελεγκτικές εταιρείες.

Η θέση της ΕΛΤΕ

Κατά την άποψη της ΕΛΤΕ, το Διεθνές Πρότυπο Αναθέσεων Διασφάλισης (ΔΠΑΔ) 3000 παρέχει το κατάλληλο πλαίσιο για την διατύπωση γνώμης από τους Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές και τις Ελεγκτικές Εταιρείες. Παρόλα αυτά η εφαρμογή του εν λόγω Προτύπου σε Ευρωπαϊκό Επίπεδο, συναντά δυσκολίες, δεδομένου ότι  αυτό δεν έχει υιοθετηθεί από όλα τα Κράτη - Μέλη.

 

Του Παναγιώτη Γιαννόπουλου

Α' Αντιπρόεδρος ΔΣ της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων και Πρόεδρος του Συμβουλίου Ποιοτικού Ελέγχου (ΣΠΕ)


Πηγή: Taxheaven

Σελίδα 1 από 3